Αν σε κάποια από τις δημοσκοπήσεις κοινής γνώμης ενσωματωνόταν η ερώτηση «πιστεύετε ότι υπάρχει διαφθορά και σπατάλη δημόσιων πόρων στον τομέα των δημόσιων έργων;» είναι βέβαιο ότι το ποσοστό της απάντησης ΝΑΙ θα ξεπερνούσε το 90%. Αν γινόταν μια παρεμφερής ερώτηση του τύπου «πιστεύετε ότι οι προϋποθέσεις πιστοποίησης των εργολάβων δημόσιων έργων διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον, την ποιότητα, την υγιεινή, την ασφάλεια εργαζομένων και καταναλωτών και την προστασία του περιβάλλοντος;», το ποσοστό του ΟΧΙ θα ήταν επίσης συντριπτικό. Ωστόσο, κανείς από τους συμβαλλόμενους στον σχεδιασμό και την υλοποίηση δημόσιων έργων δεν ενοχλείται από αυτή τη -δικαιολογημένη- μαζική κοινωνική δυσπιστία, παρότι γνωρίζουν καλώς την ύπαρξη και την έκτασή της. Οχι μόνο αυτό, αλλά νιώθουν αρκετά «προστατευμένοι» ώστε να παραβιάζουν ακόμη και τους κανόνες που οι ίδιοι θέτουν και, όταν «απαιτείται», να θεσπίζουν νέους που νομιμοποιούν «νόμιμες αλλά όχι ηθικές» πρακτικές.
Στην περίπτωση που πραγματεύεται το συγκεκριμένο ρεπορτάζ, συμβαίνει ακριβώς αυτό: το υπουργείο Ανάπτυξης θεσμοθέτησε -στον «κατάλληλο χρόνο» ώστε να περάσει κάτω από τα ραντάρ της πολιτικής και του Τύπου, δηλαδή λίγο πριν κλείσει η Βουλή για τις καλοκαιρινές διακοπές- το ξεχαρβάλωμα των προϋποθέσεων πιστοποίησης εργοληπτών δημόσιων έργων και μάλιστα με ευθεία παραβίαση σχετικής ευρωπαϊκής οδηγίας, αλλά και εγκυκλίου που το ίδιο είχε προωθήσει επί τη βάσει απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας!
Θεσμοθετώντας ενάντια… στον εαυτό του
Οπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, υπήρχε αποχρώσα αιτία γι’ αυτήν την εκ πρώτης όψεως… αναίτια θεσμική εκτροπή. Κατ’ αρχάς όμως θα την παρουσιάσουμε.
Στις αρχές Ιουλίου ψηφίστηκε στη Βουλή ο νόμος 5218/2025 και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ στις 14 Ιουλίου, με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 1η Οκτωβρίου 2025. Με το άρθρο 13 αυτού του νόμου ανατρέπονται προβλέψεις του ν. 4412/2016 για τις δημόσιες συμβάσεις.
Περίπου ενάμισι έτος πριν, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας του υπουργείου Ανάπτυξης απέστειλε στους αρμόδιους φορείς την υπ’ αριθμόν 2325/2023 Απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ (πιλοτική δίκη), εφιστώντας την προσοχή στην παράγραφο (β), η οποία ανέφερε ρητά ότι οι οικονομικοί φορείς που συμβάλλονται σε δημόσιες συμβάσεις πρέπει να διαθέτουν και προσκομίζουν αξιολογήσεις συμμόρφωσης (όπως πιστοποιήσεις) που αποδίδονται από φορείς πιστοποίησης οι οποίοι είναι διαπιστευμένοι σύμφωνα με τον σχετικό ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) 765/2008.
Με βάση αυτόν, οι φορείς πιστοποίησης πρέπει να είναι διαπιστευμένοι από τους αντίστοιχους φορείς πιστοποίησης των χωρών-μελών της Ε.Ε., αποκλειομένων ρητώς και παντελώς των πιστοποιητικών που εκδίδονται από φορείς πιστοποίησης τρίτων χωρών.
Οι ρητές αυτές προβλέψεις του ευρωπαϊκού κανονισμού αποσκοπούν στη διασφάλιση της ποιότητας, της υγιεινής, της ασφάλειας, της προστασίας καταναλωτών και περιβάλλοντος μέσω της αξιοπιστίας του Ευρωπαϊκού Συστήματος Διαπίστευσης. Το 2024 το υπουργείο Ανάπτυξης εφιστούσε την προσοχή των φορέων πάνω σε αυτό, καθώς μάλιστα η Ολομέλεια του ΣτΕ αποφάσισε σχετικά με ρητό και αδιαμφισβήτητο τρόπο. Τον Ιούλιο του 2025 νομοθέτησε ενάντια στον εαυτό του, ενάντια στις προηγούμενες συστάσεις του προς τους αρμόδιους φορείς, ενάντια στην απόφαση-πιλοτική δίκη του ΣτΕ, ενάντια στον ευρωπαϊκό κανονισμό!
Με το άρθρο 13 του προαναφερθέντος νόμου 5218/2025, επιτρέπεται να γίνονται αποδεκτά σε δημόσιες συμβάσεις πιστοποιητικά που έχουν εκδοθεί από φορείς πιστοποίησης διαπιστευμένους από φορείς διαπίστευσης τρίτων χωρών!
Με τη νέα νομοθετική πρόβλεψη, μπορεί μια ελληνική τεχνική εταιρεία να λάβει μέρος σε διαγωνισμό τεχνικού έργου, π.χ. στον σιδηρόδρομο (ας θυμηθούμε τη σύμβαση 717…), με πιστοποίηση που θα εκδώσει φορέας πιστοποίησης από το Πακιστάν ή τη Ζιμπάμπουε…
Πανικός για τις απώλειες πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης
Οταν η κυβέρνηση προχωρεί σε τέτοιου τύπου νομοθετήματα, η σκέψη όλων των υποψιασμένων πολιτών πάει στα οικονομικά συμφέροντα και τους «ημετέρους», στους οποίους πρέπει να παρασχεθούν «νέες ευκαιρίες». Βεβαίως, η νόμιμη λαϊκή καχυποψία δεν αποτελεί απόδειξη, αλλά στην προκειμένη περίπτωση είναι βέβαιο ότι, ανεξάρτητα από τις κυβερνητικές προθέσεις, αυξάνεται η περίμετρος αυτών που μπορούν να συμμετάσχουν σε διαγωνισμούς για δημόσια έργα και μάλιστα συγχρηματοδοτούμενα και από ευρωπαϊκούς πόρους, καθώς με τη νέα κυβερνητική ρύθμιση οι προϋποθέσεις για τα πιστοποιητικά πιστοποίησης χαλαρώνουν…
Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό είναι μάλλον ένα παράπλευρο όφελος κι όχι ο κύριος στόχος. Η χαλάρωση των προϋποθέσεων πιστοποίησης είναι ακόμη ένα «μπάλωμα» στην τρύπια κουρελού της υλοποίησης των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης, όπου η καθυστέρηση είναι τέτοια ώστε είναι πλέον αναπόφευκτη η απώλεια πολύ σημαντικών πόρων. Μπροστά σε αυτό το άλυτο πρόβλημα, η κυβέρνηση υλοποιεί ένα σχέδιο με τρεις πυλώνες:
● Με το νομοσχέδιο με τίτλο «Ενίσχυση των υπηρεσιών των Αναπτυξιακών Προγραμμάτων και συναφή οργανωτικά και διοικητικά ζητήματα», που συζητείται στη Βουλή και θα πάει στην Ολομέλεια προς ψήφιση στα μέσα της επόμενης βδομάδας, αναθέτει αυξημένο ρόλο σε ιδιωτικούς ή ημιδημόσιους φορείς παραμερίζοντας θεσμικά «εμπόδια» που ίσχυαν πάγια όσον αφορά το πλαίσιο υλοποίησης των έργων, με στόχο να επιταχύνει τους ρυθμούς και να περιορίσει το ύψος των απωλειών ευρωπαϊκών πόρων.
● Με τον νόμο 5218/2025 που ψήφισε τον Ιούλιο, προωθεί την (απο)ρύθμιση στον τομέα των πιστοποιήσεων, με τον ίδιο στόχο: την επιτάχυνση της υλοποίησης των έργων ώστε να περιοριστούν οι απώλειες.
● Με την οικοδόμηση από τον αρμόδιο αναπληρωτή υπουργό Νίκο Παπαθανάση ενός προσωποπαγούς και υπερσυγκεντρωτικού μηχανισμού διαχείρισης και καθοδήγησης της υλοποίησης των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης, προετοιμάζεται για την «επόμενη μέρα», όταν θα έχει μετρηθεί η έκταση της απώλειας πόρων, οι οποίοι θα σωθούν με μια μαζική ανακατεύθυνση σε άλλα «αντικείμενα» – εδώ εκκρεμεί η υπόσχεσή μας να μιλήσουμε γι’ αυτά αναλυτικά και με στοιχεία.
Υπάρχει λοιπόν κοινός παρονομαστής σε όλα αυτά και είναι α) ο πανικός μπροστά στη μεγάλου ύψους απώλεια ευρωπαϊκών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, β) οι ετοιμασίες για κεντρικό έλεγχο της μαζικής ανακατεύθυνσης πόρων από το μέγαρο Μαξίμου διά του συγκεντρωτικού μηχανισμού που οικοδομεί ο Νίκος Παπαθανάσης.
