Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η αβεβαιότητα παραμένει ο πιο ισχυρός παράγοντας όσον αφορά τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, παρά τη διαφαινόμενη έξοδο από την ύφεση. Οι απρόβλεπτες πολιτικές εξελίξεις, ενόψει της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, σε συνδυασμό με το ανοιχτό μέτωπο της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, καθιστούν εύθραυστη την κατάσταση, με τον δείκτη φόβου να κινείται τον περασμένο μήνα σε επίπεδα υψηλότερα του μέσου όρου της τελευταίας δεκαετίας, σύμφωνα με το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ).

Ο σχετικός δείκτης του ΚΕΠΕ διαμορφώθηκε στις 31 Οκτωβρίου 2014 σε επίπεδα οριακά υψηλότερα του ιστορικού μέσου όρου της περιόδου μεταξύ Ιανουαρίου 2004 και Οκτωβρίου 2014, καθώς ανήλθε στο 36,27%. Ο μέσος όρος για όλο τον μήνα Οκτώβριο διαμορφώθηκε στο 32,63%, ελαφρώς υψηλότερος σε σχέση με τον Σεπτέμβριο, που είχε ανέλθει στο 31,57%.

Στο «κάδρο» των αβεβαιοτήτων, το ΚΕΠΕ εντάσσει και την απουσία συναίνεσης του πολιτικού κόσμου για τις αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, με αποτέλεσμα το στοιχείο αυτό να υπερισχύει των όποιων μακροοικονομικών δεδομένων της οικονομίας και της θετικής κατάληξης των τραπεζικών stress tests.

Σύμφωνα με το Κέντρο, όλα τα παραπάνω αντανακλώνται τόσο στην πορεία του Χρηματιστηρίου όσο και στην άνοδο του κόστους δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου.

Για την προβλεπόμενη έξοδο της ελληνικής οικονομίας από την ύφεση, υπογραμμίζεται ότι αυτό επιβεβαιώνεται, αλλά δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού σε κανένα επίπεδο, γιατί η οικονομική συγκυρία παραμένει εύθραυστη και η οικονομία αντιμέτωπη με καίριες, διαρθρωτικές και αναπτυξιακές προκλήσεις. Εκτιμά, δε, πως βασικοί πυλώνες για την ανάπτυξη της οικονομίας για την επόμενη δεκαετία θα πρέπει να είναι οι επενδύσεις και οι εξαγωγές σε συνδυασμό με μεταρρυθμίσεις σε θεσμούς που διέπουν τη λειτουργία αγορών και κράτους και την ενίσχυση των συνθηκών ρευστότητας.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην ανάγκη ταχύτερης έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων και αλλαγής του φορολογικού πλαισίου για να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Τον κίνδυνο να υπονομευθεί η αισιόδοξη προοπτική της οικονομίας και η ανάκαμψη να αποδειχθεί βραχυπρόθεσμη, λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας, επισημαίνει σε άρθρο του και ο «Economist».

Ωστόσο, την ώρα που οι εξαγωγές χαρακτηρίζονται βασικός πυλώνας για την ουσιαστική ανάκαμψη της οικονομίας, ο ρυθμός αύξησή τους περιορίζεται σταθερά τους τελευταίους μήνες, σε αντίθεση με τις εισαγωγές οι οποίες ανέκαμψαν δυναμικά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, στο διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2014, έναντι της αντίστοιχης περυσινή περιόδου, το εμπορικό έλλειμμα διευρύνθηκε κατά 5,4% και έφθασε στα 13,5 δισ. ευρώ, καθώς: οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 4,2%, με εκείνες των λοιπών αγαθών να αυξάνονται κατά 4,4% στα 10,8 δισ. ευρώ.

Από την άλλη πλευρά, οι εισαγωγές ανήλθαν στα 31,1 δισ. ευρώ καταγράφοντας αύξηση 4,7%. Δηλαδή η αξία τους παραμένει σχεδόν τριπλάσια από εκείνη των εξαγωγών.

Θετική εξέλιξη πάντως, το πλεόνασμα των υπηρεσιών το οποίο διευρύνθηκε κατά 17,3% και έφθασε στα 16,8 δισ. ευρώ. Τα έσοδα από τον τουρισμό αυξήθηκαν κατά 1,2 δισ. ευρώ ή 11,1%. Οι εισπράξεις από τη ναυτιλία διαμορφώθηκαν στα 9,8 δισ. ευρώ από 9 δισ. ευρώ καταγράφοντας αύξηση 8,3%.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου εισοδημάτων περιορίστηκε στα 2,2 δισ. ευρώ από 2,6 δισ. ευρώ (κατά 16,1%) και στην εξέλιξη αυτή καθοριστικό ρόλο είχε η μείωση των δαπανών για τόκους στα 4,5 δισ. ευρώ από 4,9 δισ. ευρώ. Μείωση που προέκυψε από τις αναδιαρθρώσεις του ελληνικού χρέους (PSI και επαναγορές ομολόγων). Το πλεόνασμα των μεταβιβάσεων συρρικνώθηκε κατά 23,4% στα 2,7 δισ. ευρώ εξαιτίας της μείωσης των εισροών από την Ε.Ε. κατά 20,7%. Σε επίπεδο ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στο εννεάμηνο καταγράφηκε πλεόνασμα 3,7 δισ. ευρώ από 2,4 δισ. ευρώ πέρυσι.