Βραχνά για σημαντική μερίδα του επιχειρηματικού κόσμου εξακολουθούν να αποτελούν τα ληξιπρόθεσμα χρέη στο Δημόσιο, με την κυβέρνηση να προχωρά τις διαδικασίες είσπραξης αναφορικά με τα 49 δισ. οφειλών στον e-ΕΦΚΑ, μετά την ανάθεση υποστηρικτικών υπηρεσιών σε ιδιώτες, παρά τη θύελλα αντιδράσεων που ξεσηκώθηκε λόγω φόβων περί υιοθέτησης πιεστικών και απειλητικών πρακτικών.
Το υπουργείο Εργασίας δεν φαίνεται να εξετάζει οριζόντιο μέτρο εξόφλησης των ασφαλιστικών οφειλών πέραν του υφιστάμενου καθεστώτος των 12, 24, 48 δόσεων εξόφλησης και προχωρά σε διεθνή διαγωνισμό για τον ανάδοχο, ο οποίος αναμένεται να προτείνει εξατομικευμένες λύσεις στους οφειλέτες. Κάτι τέτοιο δεν αρκεί για κοινωνικούς φορείς, που επιμένουν στην πάγια, τεκμηριωμένη πρόταση για θέσπιση νέας ρύθμισης 120 δόσεων, την οποία ανέδειξε χθες ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος Καββαθάς.
O κ. Καββαθάς τονίζει στην «Εφ.Συν.» πως λιγότερες από 50.000 επιχειρήσεις από τις 300.000 επιχειρήσεις που είχαν προστρέξει στη ρύθμιση 120 δόσεων του 2019, παραμένουν ενταγμένες και εξυπηρετούν τις οφειλές (σ.σ.: το συνολικό ποσό τους ανέρχεται σε 3,98 δισ. ευρώ), καθώς η κρίση του νέου κορονοϊού «έβγαλε αρκετές επιχειρήσεις εκτός των ρυθμίσεων και δημιούργησε νέα χρέη. Πλέον μια νέα ρύθμιση στην οποία θα μπορούν να ενταχθούν οι οφειλές των επιχειρήσεων, και ειδικότερα εκείνες που δημιουργήθηκαν στη διάρκεια της υγειονομικής και ενεργειακής κρίσης που την ακολούθησε, είναι επιβεβλημένη».
«Εκτιμούμε στη ΓΣΕΒΕΕ ότι αποτελεί μονόδρομο εφόσον υπάρχει από την πολιτεία διάθεση να δοθεί λύση στο πρόβλημα. Ωστόσο για να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει να προβλέπει τόσο τη διαγραφή των προστίμων και των λοιπών προσαυξήσεων όσο και την απομείωση της βασικής οφειλής για τις οφειλές εκείνες που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας». Την ίδια θέση έχει εκφράσει στον πρωθυπουργό το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας προτείνοντας από την πλευρά του «εξορθολογισμό των προστίμων εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας».
Σύμφωνα με πληροφορίες για την εισήγηση της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας, αυτή σημειώνει την ανάγκη για σταθερό επιτόκιο 3%, σε μια ρύθμιση 72 έως 120 δόσεων στο Δημόσιο, για την οποία να λαμβάνονται υπόψη τα βασικά οικονομικά στοιχεία της κάθε επιχείρησης ξεχωριστά.
Η ΕΣΕΕ υποστηρίζει τη θέση ότι μια τέτοια ρύθμιση δεν θα έχει δημοσιονομικό κόστος, αλλά θα αποτελέσει κίνητρο για οφειλέτες, καθώς η η ισχύουσα ρύθμιση χάνεται ακόμη και όταν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οικονομικής δυσπραγίας (βάσει των τελευταίων στοιχείων για το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών, από την έναρξη λειτουργίας του μέχρι και το 2024, 1.168.964 ρυθμίσεις ύψους 20,27 δισ. ευρώ εγκαταλείφθηκαν). Ειδικά για τις φορολογικές οφειλές η ΕΣΕΕ τονίζει την ανάγκη να μη συνεχίζονται οι προσαυξήσεις των παλιών χρεών, οι οποίες συχνά δεν καθιστούν ρεαλιστική την είσπραξή τους, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα συμμόρφωσης των επιχειρηματιών σε μεγαλύτερο βαθμό.
