Ουδείς εξεπλάγη από την ανακοίνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων του πρώτου τριμήνου 2025 της ΔΕΗ, που επιβεβαιώνουν ότι ο διακηρυγμένος στόχος της διοίκησής της για κέρδη 2 δισ. ευρώ φέτος, έπειτα από το 1,8 δισ. του 2024, είναι απολύτως εφικτός. Η κυρίαρχη του εγχώριου ενεργειακού τομέα ανακοίνωσε χθες «ανθεκτική κερδοφορία παρά τις μη ευνοϊκές υδρολογικές και ανεμολογικές συνθήκες, με προσαρμοσμένο EBITDA στα 453 εκατ. ευρώ». Η λέξη «ανθεκτική» στην ανακοίνωση του ομίλου δικαιολογεί την πολύ μικρή απόκλιση της φετινής κερδοφορίας σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024 (προσαρμοσμένο EBITDA τριμήνου 0,45 δισ. φέτος, έναντι 0,46 δισ. πέρσι).
Το «παράπονο» της ΔΕΗ για τις ασθενέστερες ανεμολογικές συνθήκες σε Ελλάδα και Ρουμανία, που οδήγησαν σε μειωμένη παραγωγή από ΑΠΕ του ομίλου, έρχεται σε αισθητή αντίφαση με όσα υποστήριζε πριν από μία μέρα στη Βουλή ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, κατά τον οποίο«”ο άνεμος ήταν ο καθοριστικός παράγοντας που έκανε την ελληνική αγορά ενέργειας εξαγωγική».
Από τις λοιπές ανακοινώσεις της ΔΕΗ για τα αποτελέσματα του α´ τριμήνου 2025 ξεχωρίζουν τα εξής:
● Οι συνολικές επενδύσεις του ομίλου έφτασαν τα 0,5 δισ. και το 89% απ’ αυτές αφορούν έργα ΑΠΕ.
Η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ της ΔΕΗ διαμορφώθηκε σε 6,2GW, έναντι 7GW στο τέλος του αντίστοιχου τριμήνου του 2024. Εργα ισχύος 3,7GW είναι υπό κατασκευή ή και σε διαδικασία διαγωνισμού.
● Τον Μάρτιο ξεκίνησε η δεύτερη φάση της κατασκευής του μεγάλου φωτοβολταϊκού σταθμού 490 MW στη Μεγαλόπολη, στις πρώην λιγνιτικές περιοχές. Τα 125 MW της πρώτης φάσης είναι υπό κατασκευή και θα ολοκληρωθούν φέτος, ενώ η τρίτη φάση -κατασκευή σταθμού συνολικής ισχύος 240 MW- θα ξεκινήσει εντός του 2026.
● Ξεκίνησε επίσης η κατασκευή δύο νέων σταθμών αποθήκευσης ενέργειας στη Δυτική Μακεδονία («Μελίτη 1» συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 48 MW και χωρητικότητας 96 MWh και «Πτολεμαΐδα 4» με συνολική εγκατεστημένη ισχύ 50 MW και χωρητικότητα 100 MWh).
Η στρατηγική της ΔΕΗ για «πρασίνισμα» του ηλεκτροπαραγωγικού χαρτοφυλακίου της αντικατοπτρίζεται και στην άνοδο κατά 17 μονάδες στην παγκόσμια αξιολόγηση εταιρικής βιωσιμότητας (CSA) της S&P Global (βαθμολογία 42 το 2024,από 25 το 2023).
