Αν και τα στοιχεία είναι σχετικά παρωχημένα, φωτίζουν αρκετά το πρόβλημα με συστήματα ηλεκτροδότησης που ανέδειξε το μπλακάουτ στην Ιβηρική. Ο λόγος για την τελευταία έκθεση του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (CEER), στο οποίο συμμετέχουν, εκτός από τις 27 χώρες της Ε.Ε., όλες οι εκτός Ενωσης διασυνδεδεμένες ηλεκτρικά χώρες, συμπεριλαμβανομένων των βαλκανικών, για τις απώλειες ενέργειας. Πρόκειται για την τρίτη κατά σειρά έκθεση του είδους που δημοσιοποιεί το CEER (βγήκε τον περασμένο Φεβρουάριο), με στοιχεία μιας δεκαετίας, από το 2013 μέχρι και το 2022.
Η έκθεση είναι αποκαλυπτική για τον «πρωταθλητισμό» της Ελλάδας σε απώλειες ενέργειας, δηλαδή σε ηλεκτρικό ρεύμα που παράγεται αλλά δεν απορροφάται από το σύστημα για λόγους που σχετίζονται κυρίως με την ισορροπία ανάμεσα στις τεχνολογίες παραγωγής -θερμικές μονάδες, φωτοβολταϊκές, ηλιακές, υδροηλεκτρικές κ.λπ.-, την ικανότητα των διαχειριστών να αδρανοποιούν όποτε χρειάζεται κάποιες από αυτές για να προστατευτεί η ευστάθεια του συστήματος ή των παραγωγών ΑΠΕ να αποθηκεύουν μέρος της πλεονάζουσας ενέργειας. Υπάρχουν επίσης απώλειες κατά τη μεταφορά ρεύματος αλλά και απώλειες που δεν οφείλονται σε τεχνική αστοχία των συστημάτων, αλλά σε άλλους παράγοντες, όπως οι ρευματοκλοπές, χωρίς ωστόσο το βάρος τους να είναι τόσο μεγάλο όσο παραπλανητικά παρουσιάζεται.
Η Ελλάδα, με απώλειες 11,20% το 2022, είναι η πρώτη στην Ε.Ε., ακολουθούμενη από την Ισπανία (9,29%), τη Ρουμανία (9,21%) και την Πορτογαλία (8,45%). Την ξεπερνούν στην αρνητική επίδοση μόνο οι εκτός Ε.Ε. βαλκανικές Αλβανία (19,7%), Κόσοβο (22,63%), Βόρεια Μακεδονία (13,98%). Είναι ασαφές αν η γειτνίαση και διασύνδεση με αυτές τις χώρες, που έχουν πιο ατελή δίκτυα, εκθέτει και το δικό μας σε πρόσθετα ρίσκα, όταν ανοίγουν τα κανάλια εισαγωγών-εξαγωγών ρεύματος από τη μια χώρα στην άλλη.
Το πρόβλημα ενισχύει ακόμη περισσότερο η εξέλιξη του ποσοστού χαμένου ρεύματος την υπό εξέταση δεκαετία στη χώρα μας. Από 5,88% το 2013, υπερδιπλασιάστηκε το 2022. Κάθε χρόνο αυξανόταν μία ποσοστιαία μονάδα, προφανώς ακολουθώντας την αύξηση της εγκατεστημένης και συνδεδεμένης ισχύος από ηλιακή και αιολική ενέργεια. Στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. η πορεία ήταν αντίστροφη ή το ποσοστό απώλειας ενέργειας έμενε περίπου σταθερό. Για παράδειγμα, στη Γερμανία, που στο μεταξύ έβγαζε εκτός τις πυρηνικές μονάδες παραγωγής ρεύματος, οι απώλειες κυμάνθηκαν από 6,5% έως 7,9%, ενώ στη σταθερά πυρηνική Γαλλία η διακύμανση της απώλειας είναι πάντα ελάχιστα πάνω ή κάτω από το 6%. Ακόμη και η πρωταθλήτρια Ευρώπης Αλβανία έχει μειώσει σε δέκα χρόνια τη χασούρα από το ιλιγγιώδες 45% κάτω από το 20% (η έκθεση διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://www.ceer.eu/wp-content/uploads/2025/02/3rd-CEER-Report-on-Power-Losses.pdf).
Οι προφανείς απαντήσεις στο πρόβλημα του χαμένου ρεύματος είναι οι έξυπνοι μετρητές, οι επενδύσεις στην αποθήκευση, ο εκσυγχρονισμός των δικτύων μεταφοράς. Εχει όμως σημασία και η παρατήρηση του CEER ότι οι διαχειριστές των συστημάτων μεταφοράς και διανομής ρεύματος πρέπει να δώσουν σαφή κίνητρα για τη μείωση των απωλειών ισχύος αντί να μετακυλίουν το κόστος στους καταναλωτές. Σας θυμίζει κάτι αυτή η παρατήρηση για τις διαρκώς και αθορύβως αυξανόμενες «ρυθμιζόμενες χρεώσεις» ΔΕΔΔΗΕ, ΑΔΜΗΕ, ΕΤΜΕΑΡ, ΥΚΩ που βλέπουμε και δεν καταλαβαίνουμε στους λογαριασμούς;
