Την επιπλέον φορολόγηση των συναλλαγών στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, που σήμερα αποφέρουν μόλις 40-60 εκατ. ευρώ στον κρατικό κορβανά, εξετάζει η κυβέρνηση ως μέρος της λύσης του ασφαλιστικού προβλήματος στη χώρα.
Την ίδια στιγμή, στο «παρά ένα» της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, ο αρμόδιος υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος ζήτησε και έλαβε την παραίτηση του προέδρου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κώστα Μποτόπουλου, ο οποίος σύμφωνα με πληροφορίες θα αντικατασταθεί άμεσα από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Πειραιώς Χαράλαμπο Γκότση.
Μιλώντας στην «Εφ.Συν» ο Χ. Γκότσης επιβεβαίωσε πως είναι ενήμερος για τις προθέσεις της κυβέρνησης και άφησε να εννοηθεί πως εφόσον η πρόταση του υποβληθεί επίσημα, προτίθεται να την κάνει αποδεκτή.
Από την πλευρά του ο παραιτηθείς Κ. Μποτόπουλος έχει ζητήσει να παραμείνει στη θέση του για διάστημα ενός μήνα, μέχρις ότου ολοκληρωθούν οι διαδικασίες για την προετοιμασία και διενέργεια (εγκρίσεις ενημερωτικών δελτίων, ενημέρωση επενδυτών κ.λπ.) των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών, ύψους 4,391 δισ. ευρώ, που θα γίνουν μέσω του Χρηματιστηρίου.

Την αποκάλυψη ότι η κυβέρνηση εξετάζει την αύξηση της φορολογίας στο Χρηματιστήριο προκειμένου να εξασφαλίσει πόρους για το ασφαλιστικό έκανε χθες σε συνέντευξή του (ΣΚΑΪ) ο αναπληρωτής υπουργός Αμυνας Δημήτρης Βίτσας.
Ο ίδιος δεν διευκρίνισε αν εξετάζεται επιβολή κάποιου νέου φόρου ή η περαιτέρω αύξηση του φόρου 0,2% που επιβάλλεται σήμερα επί της αξίας των πωλήσεων σε συνδυασμό με την επιβολή φόρου 15% επί της υπεραξίας από πωλήσεις μετοχών.
Με τις τελευταίες αλλαγές που έγιναν στον φόρο υπεραξίας το 2014, η συντριπτική πλειονότητα των επενδυτών δεν επιβαρύνεται ακόμη και αν έχει κέρδη από τις χρηματιστηριακές πράξεις, καθώς προϋπόθεση για τη φορολόγηση είναι ο επενδυτής να κατέχει τουλάχιστον το 0,5% του μετοχικού κεφαλαίου μιας εισηγμένης επιχείρησης.
Ετσι επί της ουσίας ο μόνος φόρος που υπάρχει στο Χρηματιστήριο είναι η επιβάρυνση 0,2% επί της αξίας κάθε πώλησης που πραγματοποιείται.
Η ανακοίνωση προθέσεων για επιπρόσθετη φορολογία στο Χρηματιστήριο δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί από το υπουργείο Οικονομικών.
Αναμένεται, όμως, ότι θα προκαλέσει αντιδράσεις στον χρηματιστηριακό-επενδυτικό κλάδο, καθώς ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για σωστή ή λάθος απόφαση, αυτό που προβληματίζει περισσότερο είναι ο χρόνος κατά τον οποίο γνωστοποιήθηκε και οι δυνητικές επιπτώσεις της στο χρηματιστηριακό κλίμα.
Οπως υποστηρίζουν χρηματιστηριακά στελέχη, η αύξηση στη φορολογία στέλνει «λάθος μήνυμα στη λάθος στιγμή», καθώς προωθείται σε μια ιδιαίτερα «ευαίσθητη» περίοδο για την κεφαλαιαγορά λόγω της διατήρησης των capital controls, της μεγάλης μείωσης του τζίρου στα 30-40 εκατ. ευρώ την ημέρα και της επικείμενης διενέργειας των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών που χρειάζονται περί τα 4,3 δισ. ευρώ από ιδιώτες.
Ζητούμενο, από την άλλη, είναι η αύξηση της φορολογίας στο Χρηματιστήριο να έχει θετικό αντίκτυπο στο δημοσιονομικό σκέλος και να μην γίνεται μόνο για λόγους πολιτικού εντυπωσιασμού.
Με τον σημερινό τζίρο των 30-40 εκατ. ευρώ που γίνεται καθημερινά στο Χρηματιστήριο, ακόμη και αν διπλασιαζόταν ο φόρος επί των πωλήσεων στο 0,04 επί τοις χιλίοις, η απόδοσή του θα ήταν περίπου 50 εκατ. ευρώ ετησίως.
Για το 2015 το ελληνικό Δημόσιο εκτιμάται ότι θα έχει συνολικά έσοδα 39 εκατ. ευρώ, με δεδομένο ότι ο μέσος ημερήσιος τζίρος διαμορφώνεται στα 78,6 εκατ. ευρώ ή στα επίπεδα των 20 δισ. ευρώ για το σύνολο της χρονιάς.
Το 2014, με τη μέση ημερήσια αξία των συναλλαγών να διαμορφώνεται στα 127 εκατ. ευρώ (περίπου 31,5 δισ. ευρώ συνολικά), τα έσοδα του προϋπολογισμού από τον φόρο επί των πωλήσεων εκτιμάται ότι διαμορφώθηκαν στα 63,5 εκατ. ευρώ.
