ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πάνος Κοσμάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενώ γίνεται όλο και πιο πυκνή η αρθρογραφία στα διεθνή ΜΜΕ περί γεωπολιτικής αστάθειας που εντείνει τους φόβους για διεθνή οικονομική αστάθεια, ενώ οι πυλώνες του πάλαι ποτέ κραταιού γαλλο-γερμανικού άξονα «τρίζουν» και η ευρωζώνη ταλαντεύεται μεταξύ στασιμότητας και ύφεσης, ενώ η πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην ευρωζώνη κάνει λόγο για κίνδυνο νέας κρίσης χρέους, η ανθεκτικότητα των οικονομιών στα τραντάγματα τέτοιων ενδεχομένων αναδεικνύεται σε απόλυτα κρίσιμο παράγοντα.

Στις ανακοινώσεις του υπουργείου Οικονομικών και στις δηλώσεις των κυβερνητικών στελεχών η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας μετριέται σχεδόν αποκλειστικά με κριτήρια την αύξηση του ΑΕΠ και τις δημοσιονομικές επιδόσεις. Η ετήσια έκθεση του ΚΕΠΕ (Κέντρο Προγραμματισμού και Ερευνας) για την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, βασισμένη σε ουσιαστικά κριτήρια που περνούν κάτω από τα κυβερνητικά ραντάρ, αποτελεί κόλαφο για τη συχνά επιδεικνυόμενη κυβερνητική αυταρέσκεια.

Πολύ συνοπτικά, η έκθεση του ΚΕΠΕ αναδεικνύει το χάσμα παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τις οικονομίες της Ε.Ε. των «27» και της ευρωζώνης, αλλά και τις γενικότερες στρεβλώσεις του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης που υπογραμμίζουν τα ελλείμματα παραγωγικότητας, κάνει πιο συντηρητικές προβλέψεις για την ανάπτυξη 2024-2025 και αναδεικνύει τον «άλυτο γρίφο» της θάλασσας των πολύ μικρών επιχειρήσεων με χαμηλή παραγωγικότητα, που όμως απασχολούν μεγάλο ποσοστό του εργατικού δυναμικού.

Χάσμα παραγωγικότητας

pinakas-paragogikotita

Τα ευρήματα της έκθεσης όσον αφορά το στρατηγικής σημασίας μέγεθος της παραγωγικότητας είναι πολύ δυσάρεστα για την ελληνική οικονομία:

● Μεταξύ 2010 και 2019, η μέση αύξηση της παραγωγικότητας ήταν αρνητική για την Ελλάδα (-1,8%), ενώ τα άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. παρουσίασαν θετική μέση αύξηση παραγωγικότητας.

● Η παραγωγικότητα της εργασίας της ελληνικής οικονομίας απέχει πολύ από το να ακολουθεί μια τροχιά ουσιαστικής σύγκλισης με την Ευρώπη. Ειδικότερα, το 2023, το ελληνικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο παρέμεινε περίπου στο 57% του μέσου όρου της ευρωζώνης και στο 63% του μέσου όρου της Ε.Ε., ενώ το ελληνικό ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας ήταν ακόμη χαμηλότερο, δηλαδή 44% του μέσου όρου της ευρωζώνης και 50% του μέσου όρου της Ε.Ε.

● Ειδικότερα, όσον αφορά τον δυναμισμό των μητροπολιτικών περιφερειών της Ε.Ε., η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη έχουν την πιο αρνητική αύξηση της παραγωγικότητας (πλην του Κρόνινγκεν): -23% και -21% αντίστοιχα.

● Η Ελλάδα είναι σε σημαντικό βαθμό οικονομία εντάσεως εργασίας, αφού παρουσίασε ταχύτερη αύξηση της εισροής εργασίας από ό,τι στην εισροή κεφαλαίου σε σύγκριση με τις περισσότερες από τις άλλες χώρες, ιδιαίτερα τις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, όπου ο συνολικός λόγος κεφαλαίου προς εργασία βασιζόταν βασικά στη συσσώρευση κεφαλαίου. Ως αποτέλεσμα, αυτές οι χώρες συνέκλιναν ουσιαστικά με τον μέσο όρο της Ε.Ε. από τη στιγμή της ένταξής τους έως το 2023.

Διαρθρωτικό πρόβλημα

Το μερίδιο των παραγωγικών επενδύσεων του ΑΕΠ στην Ελλάδα είναι μόλις 12,4%, κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (16,7%), παρά την έκτακτη εισροή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Ακόμη χειρότερα, η επιταχυνόμενη αύξηση των επενδύσεων θεωρείται ότι έχει σημαντικό εισαγωγικό περιεχόμενο λόγω της υψηλότερης ζήτησης εισαγωγών. Με τη σειρά τους, οι καθαρές εξαγωγές έχουν περιορισμένο αντίκτυπο στην ανάπτυξη και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, μειώνοντας τα κέρδη ανταγωνιστικότητας.

«Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι αυξημένες επενδύσεις και η κατανάλωση συσχετίζονται στενά με μεγαλύτερες εισαγωγές. Αυτό είναι άμεσο αποτέλεσμα της παραγωγικής δομής της ελληνικής οικονομίας, καθώς σημαντικό μέρος των κεφαλαιουχικών αγαθών που απαιτούνται για διάφορους βιομηχανικούς σκοπούς εισάγεται. Κατά συνέπεια, κάθε αύξηση των επενδύσεων, η οποία συνήθως συμβαίνει παράλληλα με φάσεις οικονομικής επέκτασης, παρεμποδίζεται από μια σημαντική επιβράδυνση του εμπορικού ισοζυγίου και το επακόλουθο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Αυτό το διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας επηρεάζει τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης και αποσταθεροποιεί τους δημοσιονομικούς δείκτες, καθώς το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών συμβάλλει στη δημιουργία διπλών ελλειμμάτων.

»Η εξάρτηση από τις εισαγωγές για κεφαλαιουχικό εξοπλισμό ζωτικής σημασίας σημαίνει ότι οποιαδήποτε ώθηση στις επενδύσεις και στην κατανάλωση ωφελεί δυσανάλογα τους ξένους παραγωγούς, αντί να τονώσει την εγχώρια δραστηριότητα και απασχόληση. Τα επίμονα ελλείμματα οδηγούν σε αύξηση του κόστους δανεισμού και στη συσσώρευση εξωτερικού χρέους. Αυτοί οι παράγοντες συλλογικά διαβρώνουν τη δημοσιονομική αξιοπιστία. Η αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων απαιτεί μια πολύπλευρη προσέγγιση. Οι πολιτικές που στοχεύουν στην ενίσχυση των ικανοτήτων εγχώριας παραγωγής, ιδίως στον μεταποιητικό τομέα, είναι ουσιαστικές. Παροχή κινήτρων για επενδύσεις στην τεχνολογία, την τεχνική εκπαίδευση και την καινοτομία».

Αυτές οι γραμμές ισοδυναμούν με βαρύ κατηγορητήριο για το μοντέλο ανάπτυξης που ευνοούν οι πολιτικές των κυβερνήσεων Μητσοτάκη και ειδικότερα για τον τρόπο που καταρτίστηκε και υλοποιείται το ελληνικό Σχέδιο Ανθεκτικότητας και Ανάπτυξης.

Ο «γρίφος» των ΜμΕ

Οι ΜμΕ αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε ολόκληρη την Ε.Ε. και η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση.

Μεταξύ 2008 και 2023, το μερίδιο των πολύ μικρών επιχειρήσεων στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 2,8 ποσοστιαίες μονάδες υπέρ των μικρών επιχειρήσεων, ενώ στην Ε.Ε. των «27», το μερίδιο των πολύ μικρών επιχειρήσεων μειώθηκε μόνο ελαφρά.

Ομως, οι διαφορές στην κατανομή των εργαζομένων είναι πολύ πιο σημαντικές. Στην Ελλάδα, μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού απορροφάται από πολύ μικρές επιχειρήσεις, αν και το ποσοστό αυτό μειώνεται. Συγκρίνοντας την Ελλάδα με την Ε.Ε. των «27», το χάσμα στο ποσοστό των ατόμων που εργάζονται σε μεγάλες επιχειρήσεις είναι εντυπωσιακό.

Ο «γρίφος» των ΜμΕ συνίσταται στο εξής: από τη μια «συγκρατούν» υψηλό ποσοστό θέσεων εργασίας και από την άλλη είναι φορείς χαμηλής παραγωγικότητας. Το γεγονός ότι η ταχύτητα μετατόπισης της απασχόλησης από τις πολύ μικρές στις μικρές επιχειρήσεις είναι πολύ μικρή κάνει την αντίφαση εκρηκτική.