Οι μετρήσεις κοινής γνώμης επιμένουν να τοποθετούν την ακρίβεια (που, όπως έχουμε επανειλημμένα εξηγήσει, δεν ταυτίζεται με τον επίσημο δείκτη του πληθωρισμού) στην πρώτη θέση των προβλημάτων που απασχολούν τα νοικοκυριά και φθείρουν την αποδοχή της κυβέρνησης και την επιρροή του κυβερνώντος κόμματος. Παρ’ όλα αυτά, παραδόξως θα έλεγε κανείς, η εποχή που ο τότε υπουργός Ανάπτυξης Κώστας Σκρέκας δημοσιοποιούσε αλλεπάλληλα κυβερνητικά σχέδια απάντησης στο πρόβλημα και τα φιλοκυβερνητικά μίντια έσπευδαν να τα προβάλουν έχει παρέλθει. Η κυβέρνηση συμπεριφέρεται ωσάν να έχει ρίξει «λευκή πετσέτα» στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Τη «στροφή» αυτή επισημοποίησε ο ίδιος ο πρωθυπουργός στη διάρκεια της κυβερνητικής προετοιμασίας για τις εξαγγελίες στη ΔΕΘ, με δηλώσεις ότι το πρόβλημα του πληθωρισμού έχει «περιοριστεί» και με εμφανή προσπάθεια να μετατοπιστεί το ενδιαφέρον στα κυβερνητικά μέτρα για την οικιστική κρίση (τιμές αγοράς κατοικιών και ενοικίων).
Ωστόσο, αυτή η στάση είναι σε πλήρη αντίθεση με την πορεία του επίσημου δείκτη, του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, τόσο του εθνικού Δείκτη (ΔΤΚ) όσο και του Εναρμονισμένου (ΕνΔΤΚ), που εξάλλου έχουν οριακές διαφορές και όχι πάντα.
Πώς εξηγείται αυτή η στάση; Μια προσεκτική ματιά στα δεδομένα προσφέρει τη δυνατότητα μιας απάντησης.
Η «εθνική μας βιομηχανία»
Η πρόσφατη ανακοίνωση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για τον πληθωρισμό (Δείκτης Τιμών Καταναλωτή) του Σεπτεμβρίου περιέχει σε κοινή θέα τις «εστίες» που κρατούν τον ελληνικό πληθωρισμό ψηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης κατά περισσότερο από μία εκατοστιαία μονάδα. Είναι οι αυξήσεις:
● 3,2% στην ομάδα Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά, «λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: ψωμί, κρέατα (γενικά), νωπά ψάρια, ελαιόλαδο, φρούτα (γενικά), λαχανικά διατηρημένα ή επεξεργασμένα, ζάχαρη-σοκολάτες-γλυκά-παγωτά, μεταλλικό νερό-αναψυκτικά-χυμούς φρούτων» διευκρινίζει η ΕΛΣΤΑΤ.
● 4,4% στην ομάδα Ενδυση και υπόδηση, λόγω αύξησης των τιμών στα είδη ένδυσης και υπόδησης.
● 5,9% στην ομάδα Στέγαση, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: ενοίκια κατοικιών, επισκευή και συντήρηση κατοικίας, ηλεκτρισμό, φυσικό αέριο, πετρέλαιο θέρμανσης. Μέρος της αύξησης αυτής αντισταθμίστηκε από τη μείωση κυρίως των τιμών στα στερεά καύσιμα.
● 3,7% στην ομάδα Υγεία, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: φαρμακευτικά προϊόντα, ιατρικά προϊόντα, ιατρικές, οδοντιατρικές και παραϊατρικές υπηρεσίες, νοσοκομειακή περίθαλψη.
● 3,5% στην ομάδα Εκπαίδευση, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: δίδακτρα προσχολικής και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, δίδακτρα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δίδακτρα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
● 5,5% στην ομάδα Ξενοδοχεία-Καφέ-Εστιατόρια, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών στα εστιατόρια-ζαχαροπλαστεία-καφενεία-κυλικεία.
● 3,6% στην ομάδα Αλλα αγαθά και υπηρεσίες, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: κομμωτήρια και καταστήματα προσωπικής φροντίδας, άλλα προσωπικά είδη, ασφάλιστρα υγείας, ασφάλιστρα οχημάτων.

Οπως δείχνει ο παρατιθέμενος πίνακας, ο ελληνικός πληθωρισμός «πήρε διαζύγιο» από τον πληθωρισμό της ευρωζώνης μετά τον Ιούνιο. Τι το ιδιαίτερο συνέβη τότε; Ο… τουρισμός. Τα εκατομμύρια των ξένων επισκεπτών αύξησαν σημαντικά τη ζήτηση, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, στις 6 από τις 7 παραπάνω κατηγορίες (πλην της Εκπαίδευσης, που επηρεάζει ιδιαίτερα τον πληθωρισμό του Σεπτεμβρίου, λόγω έναρξης της σχολικής χρονιάς).
Το πρόβλημα είναι ότι ο τουρισμός -και μάλιστα ο «υπερτουρισμός»- διαχέεται χρονικά σε μεγαλύτερο διάστημα του έτους αλλά και γεωγραφικά σε περισσότερες περιοχές της χώρας, στα δε μεγάλα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην Αθήνα, σχεδόν στους 8 από τους 12 μήνες του έτους.
Η «εθνική μας βιομηχανία» κοστίζει στους καταναλωτές και ιδιαίτερα στα λαϊκά νοικοκυριά (αυτά που δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν μία βδομάδα «κανονικών» διακοπών) υψηλό κόστος ακρίβειας.
Η έλλειψη ανταγωνισμού
Η άλλη, «κρυφή» αιτία είναι η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της ελληνικής αγοράς. Αυτή η μεταρρύθμιση έχει μείνει στα αζήτητα, ενώ έχει κατεξοχήν σχέση με τον πληθωρισμό: σπάνια εκθέσεις διεθνών οργανισμών (και ακόμη περισσότερο οίκων αξιολόγησης…) μιλούν γι’ αυτήν, κι όταν το κάνουν, όπως ο ΟΟΣΑ, οι «καμπάνες» χτυπούν για τα λεγόμενα «κλειστά» επαγγέλματα (π.χ. δικηγόρους), η δε κυβέρνηση εξαντλεί την αυστηρότητά της και επαίρεται ότι δεν υπολογίζει το πολιτικό κόστος όταν πρόκειται να φορολογήσει τα tips των σερβιτόρων ή να επιβάλει τεκμαρτό προσδιορισμό εισοδήματος «επί δικαίους και αδίκους» οδηγώντας σε κλείσιμο… τρομερούς παραβάτες, όπως σχολικά κυλικεία και διανομείς Τύπου…
Οταν όμως πρόκειται για το πολιτικό κόστος να συγκρουστεί με τα «δικά της παιδιά», τα ολιγοπώλια της αγοράς, τότε η «γενναιότητά» της εξατμίζεται. Δύο τετραετίες (η δεύτερη ως προοπτική) δεν ήταν αρκετές ώστε να τοποθετηθεί κάπου στον χρόνο, έστω ως αόριστη υπόσχεση, η «σύγκρουση» με την ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς, να υπάρξουν υποσχέσεις έστω για παρέμβαση στην αλυσίδα τιμολόγησης «από το χωράφι στο ράφι» κ.λπ.
Τα δημοσιονομικά οφέλη
Ιδιαίτερα οι οίκοι αξιολόγησης, που έγιναν οι απόλυτοι κριτές της εθνικής μας… οικονομικής αρετής, έχουν τους ίδιους λόγους με την ελληνική κυβέρνηση να μην ανησυχούν για «λίγο τσιμπημένο» πληθωρισμό. Για τον απλούστατο λόγο ότι ο «τσιμπημένος» σε σχέση με την ευρωζώνη πληθωρισμός ευνοεί το «φούσκωμα» του ελληνικού ΑΕΠ (όπως ο ΔΤΚ «φουσκώνει» τις τιμές αγαθών και υπηρεσιών, έτσι ο αποπληθωριστής του ΑΕΠ «φουσκώνει» το ΑΕΠ) και επομένως μειώνει το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Εχοντας αποφασίσει να μην παρέμβει στα ολιγοπωλιακά «κυκλώματα», να μην «ψαλιδίσει» τα υπερκέρδη, να μην παρέμβει στην αλυσίδα τιμολόγησης «από το χωράφι στο ράφι», να μην πάρει μέτρα τύπου πλαφόν στις τιμές ή μείωσης του ΦΠΑ, να μην περιορίσει τον «υπερτουρισμό», το Airbnb και τη «χρυσή βίζα», έχοντας εισπράξει ήδη εις το ακέραιο το πολιτικό κόστος της ακρίβειας, η κυβέρνηση τερμάτισε και τις προσπάθειες να δείξει έστω ότι «κάτι κάνει». Απλώς προσπάθησε να αλλάξει ατζέντα και να κρατήσει τα οφέλη, μεταξύ των οποίων και τα δημοσιονομικά – ουδέν κακόν αμιγές καλού…
