Σύμφωνα με το ισχύον διοικητικό σύστημα και χωρίς αλλαγές θα συνεχίσει να ορίζεται και το 2025 ο νομοθετημένος κατώτατος μισθός και το κατώτατο ημερομίσθιο, με την αύξηση για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα το 2025 να φωτογραφίζεται στα 40 ευρώ, ανεβάζοντας τον μικτό κατώτατο μισθό στα 870 ευρώ.
Αυτό συνάγεται από τις προτάσεις του πορίσματος της επιστημονικής επιτροπής για την ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2022/2041 που ολοκλήρωσε τις εργασίες της υπό την προεδρία της καθηγήτριας ΕΚΠΑ, Πατρίνας Παπαρρηγοπούλου.
Η αύξηση των 40 ευρώ για τον ιδιωτικό τομέα το 2025 προκύπτει τόσο από το πόρισμα, το οποίο μεταξύ άλλων προτείνει ότι οι εισαγωγικοί μισθοί στο Δημόσιο δεν πρέπει να υπολείπονται αυτών του ιδιωτικού τομέα, όσο και από την αύξηση του μισθολογίου του δημόσιου τομέα από τον Απρίλιο του 2025 σε συνέχεια της αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού, βάσει και των όσων εγγράφονται στο προσχέδιο του κρατικού Προϋπολογισμού για το 2025 που δόθηκε προχθές στη δημοσιότητα.
Περισσότερο ουσιώδεις αλλαγές -με εισαγωγή συστήματος αυτόματης αναπροσαρμογής του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου- προτείνει η επιτροπή που συνέταξε το πόρισμα να ισχύσουν από 1.1.2028. Αλλά και για το νέο σύστημα δεν προβλέπεται σαφής ενδυνάμωση του ρόλου των κοινωνικών εταίρων, παραμένει σχετικά μετέωρη η προοπτική μιας συμφωνίας εργοδοτικών οργανώσεων και ΓΣΕΕ που θα μπορούσε να έχει ισχυρό ρόλο στη διαμόρφωση του κατώτατου μισθού.
Το πόρισμα εστάλη ήδη χθες στους επονομαζόμενους κοινωνικούς εταίρους και εντός των ημερών αναμένεται να προγραμματιστούν οι συναντήσεις με την ηγεσία του υπουργείου.
Αναλυτικότερα, στο πολυσέλιδο πόρισμα της επιστημονικής επιτροπής για την ενσωμάτωση της Οδηγίας Ε.Ε. 2022/2041 «για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ε.Ε. και την κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 131 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας», που εστάλη χθες από την υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, στη ΓΣΕΕ και τις εργοδοτικές οργανώσεις, προτείνεται η εθνική νομοθεσία να συμπληρωθεί με τα εξής:
● Mε την εφαρμογή του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και στον δημόσιο τομέα (η προσαρμογή πρέπει να γίνει από 1.6.2025 έως 31.12.2027). Οι αποδοχές πλήρους απασχόλησης στον δημόσιο τομέα δεν πρέπει να υπολείπονται του νομοθετημένου κατώτατου μισθού. Αν υπάρχει διαφορά, αυτή να καταβάλλεται ως αμοιβή εξομάλυνσης.
● Με την ενίσχυση του ουσιαστικού διαλόγου στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβούλευσης για τον νομοθετημένο κατώτατο μισθό και το νομοθετημένο κατώτατο ημερομίσθιο, χωρίς ωστόσο να διατυπώνεται αν αυτός ο διάλογος και ενδεχόμενη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων θα παίζει καθοριστικό ρόλο. Ωστόσο, οι συντάκτες του πορίσματος αναγνωρίζουν ότι «τίθεται ζήτημα ως προς το εάν η διαδικασία διαβούλευσης που προβλέπει το άρθρο 134 του ΚΑΕΔ πληροί την προϋπόθεση της ουσιαστικής και αποτελεσματικής συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων, καθώς περιορίζεται σε κατάθεση υπομνημάτων και η ανταλλαγή απόψεων είναι εξαιρετικά περιορισμένη».
● Με την ενίσχυση του κριτηρίου της αγοραστικής δύναμης των μισθών με βάση το κόστος διαβίωσης.
● Με τη δημιουργία οργάνου -επιστημονικής επιτροπής και επιτροπής διαβούλευσης- (από 1.6.2025 έως 31.12.2027) που θα συμβουλεύει τις αρμόδιες αρχές στα ζητήματα που σχετίζονται με τον νομοθετημένο κατώτατο μισθό.
Ενα είδος… ΑΤΑ
● Με την εισαγωγή, σταδιακά, συστήματος αυτόματου καθορισμού-αναπροσαρμογής των νομοθετικά καθοριζόμενων κατώτατων μισθών με κατάλληλα κριτήρια κατά τα πρότυπα της Γαλλίας από 1.1.2028. Πάντως, για το έτος 2024 και μέχρι τον Ιούνιο του 2025 προτείνεται να εφαρμοστεί το ισχύον σύστημα. Από τον Ιούνιο του 2025 μέχρι και τις 31.12.2027 θα εισαχθούν επιμέρους βελτιώσεις ενώ το νέο σύστημα αναμένεται να ισχύσει από 1.1.28.
Η αυτόματη αναπροσαρμογή προτείνεται να εισαχθεί με βάση συντελεστή που προκύπτει από το άθροισμα των εξής δύο συντελεστών:
α. του ετήσιου ποσοστού μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή μεταξύ της 1ης Ιουλίου του προηγούμενου έτους και της 30ής Ιουνίου του τρέχοντος για το χαμηλότερο 20% της εισοδηματικής κατανομής των νοικοκυριών και
β. του ημίσεος του ετήσιου ποσοστού μεταβολής της αγοραστικής δύναμης του γενικού δείκτη μισθών κατά την ίδια χρονική περίοδο.
Αν αυτός ο συντελεστής οδηγεί σε μείωση του νομοθετημένου κατώτατου μισθού ή του νομοθετημένου κατώτατου ημερομισθίου, δεν γίνεται αναπροσαρμογή. Επίσης εάν συντρέχουν όροι, όπως ύφεση, ή και απόκλιση του εθνικού πληθωρισμού από τον στόχο της ΕΚΤ ή σημαντική ανισορροπία στο ισοζύγιο των εξωτερικών συναλλαγών, δεν δικαιολογείται αναπροσαρμογή. Το πόρισμα προτείνει, μεταξύ άλλων, τη θέσπιση ενός μαθηματικού τύπου, ο οποίος θα καθορίζει το πώς θα αυξάνεται, από το 2028 και μετά, ο κατώτατος μισθός λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό και την παραγωγικότητα της οικονομίας της χώρας. Προβλέπει επίσης ότι δεν μπορεί να μειώνεται ο κατώτατος μισθός. «Θέλουμε αφενός να θωρακίσουμε τους εργαζόμενους και αφετέρου να υπάρχει γενικότερα προβλεψιμότητα στην οικονομία για το προς τα πού πάει ο κατώτατος μισθός», είπε η υπουργός κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής συνέντευξης, η οποία εν συνεχεία υπογράμμισε τη σημασία του διαλόγου και της συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων στη διαδικασία.
«Το πόρισμα περιέχει προτάσεις για το πώς θα ενισχύσουμε τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων. Πόσο πιο σημαντικό ρόλο θα έχουν οι κοινωνικοί εταίροι σε αυτή τη διαδικασία», είπε η κ. Κεραμέως. «Εν συνεχεία, αφού ακουστούν οι απόψεις των εταίρων, η πρόταση θα κατατεθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο όπου και θα ληφθεί η τελική απόφαση για την κατάρτιση νομοσχεδίου το οποίο θα κατατεθεί προς ψήφιση στη Βουλή» συμπλήρωσε.
Σχετικά με το ζήτημα της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, η κ. Κεραμέως επισήμανε ότι προσεχώς θα κατατεθεί διάταξη στη Βουλή από κοινού με τον υφυπουργό κ. Τσακλόγλου προκειμένου να διορθωθεί μια στρέβλωση των τελευταίων ετών. Οπως είπε η υπουργός, ζητούμενο είναι «να μην υφίσταται κάποιος μείωση της σύνταξής του επειδή πήρε αύξηση». Προανήγγειλε δε ότι η διάταξη θα κατατεθεί στη Βουλή το αμέσως επόμενο διάστημα προκειμένου να εφαρμοστεί στις συντάξεις του Ιανουαρίου, οι οποίες καταβάλλονται τον Δεκέμβριο.
