H δημιουργία ενός οικοσυστήματος μικρότερων τραπεζών θα βελτιώσει τον ανταγωνισμό και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα αποκτήσουν ευκολότερη πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, σύμφωνα με τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα.
Απαντώντας σε ερωτήσεις βουλευτών κατά τη διάρκεια της συζήτησης στις επιτροπές Οικονομικών Υποθέσεων και Παραγωγής-Εμπορίου της Βουλής, την περασμένη Δευτέρα, ο διοικητής ανέφερε ότι υπάρχει μεγάλη πρόοδος σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση των ΜμΕ, όπως προκύπτει και από την έρευνα πεδίου SAFE που πραγματοποιούν η ΕΚΤ και η Ε.Ε.
«Βεβαίως, όταν ένας μικρομεσαίος δεν παρουσιάζει εισόδημα δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί από την τράπεζα. Πρέπει να είναι «bankable» για να χρηματοδοτηθεί. Οι τράπεζες δεν είναι κουτές να αφήσουν κάποιον χρήσιμο πελάτη», ανέφερε χαρακτηριστικά ο διοικητής.
Ερευνα για δάνεια
H έρευνα τραπεζικών χορηγήσεων της ΤτΕ για το α’ τρίμηνο του 2024 καταγράφει αύξηση της συνολικής ζήτησης δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (ΜΧΕ) και ειδικότερα της ζήτησης των μακροπρόθεσμων από μεγάλες επιχειρήσεις, σε σχέση με δ’ τρίμηνο του 2023.
Οι συνολικοί όροι χορηγήσεων προς ΜΧΕ χαλάρωσαν σε έναν βαθμό σε σχέση με το δ’ τρίμηνο του 2023 καθώς, λόγω πιέσεων από τον ανταγωνισμό, μειώθηκαν τα επιτόκια αλλά και το περιθώριο των τραπεζών για τα συνήθη δάνεια. Σε ό,τι αφορά δάνεια προς νοικοκυριά, στα στεγαστικά η ζήτηση παρέμεινε αμετάβλητη σε σχέση με το γ’ τρίμηνο του 2023 και οι όροι έγιναν ώς ένα βαθμό πιο αυστηροί, λόγω της λήξης των επιχορηγούμενων από το Δημόσιο στεγαστικών προγραμμάτων. Αύξηση παρουσίασε η ζήτηση των καταναλωτικών δανείων. Η αναλογία των αιτήσεων για δάνεια που απορρίφθηκαν παραμένει αμετάβλητη, ενώ για το β’ τρίμηνο η ζήτηση σε επιχειρηματικά, στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια αναμένεται να διατηρηθεί στα ίδια επίπεδα.
Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την έρευνα SAFE την περίοδο Απριλίου-Σεπτεμβρίου 2023 στην Ελλάδα καταγράφηκε αύξηση της διαθεσιμότητας τραπεζικών δανείων. Η αύξηση αυτή, σε συνδυασμό με τη σχετική αποκλιμάκωση των αναγκών των επιχειρήσεων για εξωτερική χρηματοδότηση, συνέβαλε στην υποχώρηση του συνολικού δείκτη κενού εξωτερικής χρηματοδότησης, ο οποίος διαμορφώθηκε σε επίπεδα χαμηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Αντανακλώντας την αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ, καταγράφεται το υψηλότερο ιστορικά καθαρό ποσοστό μικρομεσαίων επιχειρήσεων, στην Ελλάδα και στην ευρωζώνη, που αναφέρουν αύξηση στα επιτόκια των τραπεζικών πιστώσεων. Ταυτόχρονα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη ζώνη του ευρώ, οι περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις του δείγματος ανέφεραν ως κυριότερα προβλήματα στη δραστηριότητά τους την εξεύρεση ειδικευμένου προσωπικού (33% στην Ελλάδα, 31% στην ευρωζώνη) και την αύξηση του κόστους παραγωγής ή εργασίας (Ελλάδα 19%, ευρωζώνη 18%). Το αμέσως επόμενο σημαντικό πρόβλημα στην Ελλάδα είναι η πρόσβαση σε εξωτερική χρηματοδότηση (12%) και στην ευρωζώνη η εξεύρεση πελατών (17%).
