Tην αύξηση του βοηθήματος των ανάδοχων οικογενειών που αναλαμβάνουν επαγγελματικά να φροντίσουν παιδιά με σοβαρές ή νοητικές αναπηρίες προανήγγειλε χθες η υπουργός Οικογένειας και Κοινωνικής Συνοχής, Σοφία Ζαχαράκη. Σε ομιλία της στην ημερίδα που πραγματοποίησε χθες το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με κεντρικό ζητούμενο την αποϊδρυματοποίηση, η κ. Ζαχαράκη ανακοίνωσε ότι η αμοιβή των επαγγελματιών αναδόχων θα ανέλθει στα 1.850 ευρώ μηνιαίως.
Επισήμανε επίσης ότι μέχρι το 2026 θα έχουν ενταχθεί 200 ανήλικοι στο πρόγραμμα ημιαυτόνομης διαβίωσης, με δυνατότητα καθημερινής συμβολής ψυχολόγου και κοινωνικού λειτουργού σε κάθε ένα από το διαμερίσματα στα οποία θα φιλοξενούνται οι νέοι άνω των 15 ετών και μέχρι να μπορέσουν να κάνουν τα δικά τους αυτόνομα βήματα στην κοινωνία και την αγορά εργασίας.
Ομως η Ημερίδα του ΕΚΚΑ δεν αποτέλεσε μόνο βήμα ανακοινώσεων. Η συζήτηση (μεγάλο μέρος της οποίας θα αποτυπώσουμε στην «Εφ.Συν. Σαββατοκύριακο») με τους ανθρώπους που πασχίζουν να υλοποιήσουν τον στόχο να μην υπάρχει ούτε ένα παιδί σε ίδρυμα μέχρι το 2030 ανέδειξε και τα σοβαρά προβλήματα που συνεχίζουν να απομακρύνουν τον εθνικό στόχο της αποϊδρυματοποίησης.
Ενα διακριτό περίγραμμα αυτών των προβλημάτων έδωσε η Θεώνη Κουφονικολάκου, Βοηθός Συνηγόρου του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού. «Υστερούμε πρώτα απ’ όλα στην πρόληψη. Τα περισσότερα παιδιά στα ιδρύματα έχουν γονείς, σε αντίθεση με τις διαδεδομένες αντιλήψεις, και δεν γνωρίζουν οι γονείς πώς να είναι από την αρχή καλοί γονείς. Και αυτή η παραδοχή είναι θεμελιώδης για να αναγνωρίσουμε τις ευθύνες της πολιτείας. Παρά το γεγονός ότι θεωρούμε θετική εξέλιξη την πρόβλεψη πιλοτικού προγράμματος πρώιμης παρέμβασης με το άρθρο 51 του Ν5947/22, στην πράξη δεν έχουμε εξασφαλίσει ένα οργανωμένο πλαίσιο για να αντιμετωπίσει τις εξειδικευμένες ανάγκες της οικογένειας και του παιδιού, ώστε να αποφύγουμε την απομάκρυνση και τον αυτοτραυματισμό του παιδιού από τη δύσκολη περιπλάνησή του στο σύστημα παιδικής προστασίας» είπε η κ. Κουφονικολάκου.
«Δεν είμαστε ακόμη σε θέση να ασκήσουμε έλεγχο των παραπομπών. Σε αυτό το ζήτημα, που δεν αποτελεί ευθύνη ενός αλλά πολλών υπουργείων, συμβάλλει η τρομακτική υποστελέχωση των υπηρεσιών των δομών του πεδίου. Δεν μπορούμε να κάνουμε ότι δεν βλέπουμε τα προβλήματα που υπάρχουν με τις κοινωνικές και δημόσιες δομές ψυχικής υγείας καθώς και με την αμφιθυμία ορισμένων ΟΤΑ ως προς τα θέματα υποστήριξης της οικογένειας».
Εστιάζοντας στην άρνηση ορισμένων ΟΤΑ, που θεωρούν ότι τα ζητήματα παιδικής φροντίδας δεν είναι δική τους έγνοια και αρμοδιότητα, η Βοηθός Συνηγόρου του Πολίτη επέμεινε στα προβλήματα που δημιουργούνται από την απουσία ενιαίας πολιτικής προστασίας, την έλλειψη καθηκοντολογίου και εποπτείας σε αυτές τις υπηρεσίες. Τόνισε δε ότι σε πολλές περιπτώσεις οι ομάδες προστασίας ανηλίκων έχουν 1 ή 2 άτομα και ασαφή εικόνα για τις αρμοδιότητές τους και ενώ χαρακτήρισε τη δημιουργία και τη λειτουργία μονάδων παιδικής προστασίας ως ένα γενναίο βήμα, επέμεινε πως ακόμη δεν έχουμε ένα ενιαίο πλαίσιο προδιαγραφών για όλες τις δομές. «Οι δημόσιες δεν υπάγονται στο ίδιο καθεστώς και θα πρέπει να σκεφτούμε την ανάγκη ενιαίας και συγκροτημένης οριοθέτησης ανεξαρτήτως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και υπουργείου».
Δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στα σοβαρά προβλήματα που υπάρχουν στην υλοποίηση θεσμών και αναδοχής και τεκνοθεσίας. «Συνήθως ζητούν νήπια και μάλιστα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά με την προοπτική της τεκνοθεσίας, αλλά ο πληθυσμός των παιδιών στο σύστημα διαφέρει. Γι’ αυτόν τον λόγο οι πρωτοβουλίες ευαισθητοποίησης δεν μπορούν να γίνονται μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά και σε δήμους και σχολεία.
«Το θέμα δεν είναι μόνο η κατάρτιση των σχεδίων οικογενειακής αποκατάστασης, αλλά και το πώς αξιολογούμε τους ίδιους τους αναδόχους, βάσει συγκεκριμένων πρωτοκόλλων, ώστε να αποφύγουμε τους κινδύνους επιστροφών παιδιών που συμβαίνουν μετά την τοποθέτησή τους ή μετά την αδυναμία διαχείρισης των αναγκών τους, προσφέροντας κίνητρα και πλήρη ψυχοκοινωνική στήριξη στις οικογένειες που αναλαμβάνουν τη φροντίδα των παιδιών».
Χαρακτηριστική και η αναφορά της στη διακοπή της πληρωμής των αναδόχων για τις δαπάνες των ειδικών θεραπειών και της ψυχοθεραπείας των παιδιών, επειδή δεν έφτανε ο προϋπολογισμός του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Δ. Αττικής. «Δεν μπορούμε να το επιτρέπουμε αυτό. Δεν είναι δυνατόν να ναρκοθετούμε τη δύσκολη πρόοδο» είπε η κ. Κουφονικολάκου.
Χαρακτήρισε επιτακτική την ανάγκη ενίσχυσης των υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με αυτές τις αρμοδιότητες με σταθερό προσωπικό, προκειμένου να δημιουργηθούν σχέσεις εμπιστοσύνης με την κοινότητα, αλλά και τη διασφάλιση εργαλείων και πρωτοκόλλων που είναι ήδη θεσμοθετημένα μέσω της Εγγύησης για το Παιδί, ώστε οι επαγγελματίες να μπορέσουν να ανταποκριθούν στον πολυσχιδή ρόλο τους. Εθεσε δε και ένα κομβικό ερώτημα: δεδομένου ότι τα προγράμματα τόσο «της επαγγελματικής αναδοχής που δεν υλοποιείται όσο και της ημιαυτόνομης διαβίωσης και της πρώιμης παρέμβασης καλύπτονται από χρηματοδοτικούς πόρους του Ταμείου Ανθεκτικότητας και Ανάπτυξης, που έχουν χρονικό ορίζοντα το 2025 με δυνατότητα επέκτασης το 2026, τι θα γίνει μετά; Θα ζητήσουμε να επιστρέψουν τα παιδιά στα ιδρύματα;»
