Τo 2023 απέρχεται εν μέσω πανηγυρισμών για τη διαφαινόμενη «μεγάλη νίκη» των κεντρικών τραπεζών εναντίον του «πληθωριστικού τέρατος» αλλά και για το γεγονός ότι αυτή η νίκη φαίνεται να επιτυγχάνεται «αναίμακτα», δηλαδή χωρίς οι μεγάλες οικονομίες του πλανήτη να πέσουν σε ύφεση (soft landing – ομαλή προσγείωση).
Τα χρηματιστήρια πανηγύρισαν «με την ψυχή τους» το γεγονός της μεγάλης αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού σε ΗΠΑ και Ευρώπη, αλλά σημαντικοί παράγοντες δεν είναι καθόλου σίγουροι για το κατά πόσον αυτή η νίκη είναι οριστική, ενώ σκεπτικισμός επικρατεί και για το άλλο «μεγάλο επίτευγμα», την «ομαλή προσγείωση».
Οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών για τους ρυθμούς ανάπτυξης το 2024 δεν είναι αισιόδοξες, ενώ γενικότερα στο «τετράγωνο» ανάπτυξη – πληθωρισμός – επιτόκια – χρέος συγκεντρώνονται πολλές «εντάσεις» και υψηλή ανασφάλεια. Σε κάθε περίπτωση, το 2024 δεν έχει μόνο να μας πει τις δικές του «αλήθειες» αλλά και να επιβεβαιώσει ή διαψεύσει τις «αλήθειες» του 2023, που μένει ακόμη να επιβεβαιωθούν…
Ο κύκλος της έξαρσης του πληθωρισμού από το φθινόπωρο του 2021 και μέχρι σήμερα ήταν αναμφισβήτητα το σημαντικότερο οικονομικό γεγονός των τελευταίων δυόμισι χρόνων, καθώς επέδρασε «ανατρεπτικά» σε όλη την αλυσίδα των βασικών οικονομικών μεγεθών, ενώ και η κοινωνική και πολιτική του επίδραση δεν ήταν λιγότερο σημαντική.
Ο πληθωρισμός
Ο πληθωρισμός κορυφώθηκε στις ΗΠΑ σε 8,9% τον Ιούνιο του 2022, για να μειωθεί τον Νοέμβριο του 2023 σε 3,1%. Στην Ευρωζώνη, ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή βρέθηκε στο 10,6% τον Οκτώβριο του 2022, για να μειωθεί τον Νοέμβριο του 2023 στο 2,4%. Στις ΗΠΑ, αλλά ακόμη περισσότερο στην Ευρωζώνη, ο πληθωρισμός βρίσκεται πλέον πολύ κοντά στον στόχο των κεντρικών τραπεζών (2%).
Λήξη συναγερμού, λοιπόν; Δύσκολο να ειπωθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και ο Ελληνας κεντρικός τραπεζίτης, Γιάννης Στουρνάρας, εκ των «περιστεριών» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στην πρόσφατη Ενδιάμεση Εκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας προέβλεψε ότι οι υψηλές τιμές θα παραμείνουν μέχρι και το 2025.
Η δυσκολία να κηρυχθεί η οριστική νίκη στη μάχη κατά του πληθωρισμού οφείλεται σε δύο βασικούς παράγοντες:
Πρώτον, στο γεγονός ότι τόσο η μονεταριστική όσο και η κεϊνσιανή θεωρία για τις αιτίες ανόδου και τον τρόπο αντιμετώπισης του πληθωρισμού απέτυχαν τόσο εμφατικά ώστε κορυφαίοι εκπρόσωποί τους, όπως ο Λάρι Σάμερς και ο Πολ Κρούγκμαν, να το αναγνωρίζουν δημόσια. Το αποτέλεσμα είναι η εντυπωσιακή δήλωση του Σάμερς:
«[…]νομίζω ότι η θεωρία του πληθωρισμού βρίσκεται σε πολύ σημαντική αταξία, τόσο λόγω των προβλημάτων της καμπύλης Phillips όσο και επειδή δεν έχουμε έναν εξαιρετικά πειστικό διάδοχο της θεωρίας μονεταριστικού τύπου».
Αν όμως δεν υπάρχει αποδεκτή θεωρία για τον πληθωρισμό, τότε πώς είμαστε σίγουροι ότι ήταν οι διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων που τον μείωσαν; Αν η αύξησή του δεν οφειλόταν, όπως ισχυρίζεται η μονεταριστική θεωρία, σε προβλήματα στην πλευρά της ζήτησης (υπερβάλλουσα ζήτηση), αλλά σε προβλήματα στην προσφορά, ποιος μας διαβεβαιώνει ότι δεν θα επανέλθουν οι προηγούμενοι ή νέοι παράγοντες στην πλευρά της προσφοράς που θα οδηγήσουν σε νέο κύκλο αυξήσεων;
Δεύτερον, είναι γνωστοί παράγοντες που δημιουργούν ήδη ή θα δημιουργήσουν στο μέλλον προβλήματα στην προσφορά. Μεταξύ αυτών, η κλιματική αλλαγή είναι ο πλέον… αξιόπιστος και ανεξέλεγκτος: Ηδη η διεθνής οικονομική αρθρογραφία βρίθει αναφορών ότι το φαινόμενο Edl Nino, που φέτος προκαλεί μεγάλες ξηρασίες στην ασιατική ζώνη, θα μειώσει την προσφορά βασικών τροφίμων και γενικότερα γεωργικών προϊόντων.
Ομως ο κατάλογος των παραγόντων που ασκούν ή θα ασκήσουν αυξητική πίεση στις τιμές είναι μακρύς:
ΑΠΟΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ»: Η μετατόπιση αλυσίδων παραγωγής από τις ισχυρές δυτικές χώρες (ΗΠΑ κ.λπ.) προς χώρες φτηνής εργατικής δύναμης (Κίνα, Ινδία κ.λπ.) μείωσε το κόστος παραγωγής και, επομένως, τις τιμές των προϊόντων επί τρεις συνερχόμενες δεκαετίες. Τώρα η διαδικασία αναστρέφεται: μέρος των αλυσίδων παραγωγής επιστρέφει στις αναπτυγμένες χώρες, ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις αναστατώνουν τις αλυσίδες εφοδιασμού και υπονομεύουν το παγκόσμιο εμπόριο.
ΠΡΑΣΙΝΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ: Αυτή αναμένεται ότι θα πιέσει τις τιμές προς τα πάνω για δύο βασικούς λόγους: Αφενός επειδή θα απαιτήσει επενδύσεις τεράστιου ύψους (που θα μετακυλιστούν στην κατανάλωση και τις τιμές). Αφετέρου επειδή τα ορυκτά καύσιμα θα παραμείνουν απαραίτητα για μερικές δεκαετίες ακόμη σε συνθήκες που τα κίνητρα για νέες επενδύσεις θα μειώνονται, με αποτέλεσμα αυξητικές πιέσεις στα ενεργειακά προϊόντα.
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΝΤΑΣΕΙΣ: Αυτές έχουν πληθωριστικά αποτελέσματα με πολλούς τρόπους: Απορρυθμίζοντας τις εφοδιαστικές αλυσίδες και το διεθνές εμπόριο, αυξάνοντας τον προστατευτισμό (όχι μόνο με δασμούς αλλά και με περιορισμό ή απαγόρευση των εξαγωγών σε κρίσιμα προϊόντα), μετατοπίζοντας επενδύσεις στην «πολεμική οικονομία».
Η πλειονότητα των οικονομολόγων διαψεύστηκε, επίσης, στις προβλέψεις για ύφεση στην οικονομία των ΗΠΑ εντός του 2023. Η Ευρωζώνη ωστόσο φλερτάρει εδώ και δύο τρίμηνα με την ύφεση, ενώ σημαντικές χώρες είναι και τυπικά σε ύφεση (όπως η Γερμανία). Για τις ΗΠΑ, πάντως, το 2024 προβλέπεται επισήμως πιο δύσκολο απ’ ό,τι το 2023.
Ανάπτυξη και επιτόκια
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, τι θα πράξουν οι κεντρικές τράπεζες σχετικά με τα επιτόκια; Οι αγορές έχουν προεξοφλήσει ότι θα υπάρξουν διαδοχικές μειώσεις εντός του 2024. Ομως αυτό θα αρχίσει να συμβαίνει μετά τον Μάρτιο και μένει να δούμε μέχρι τότε τις… διαθέσεις του πληθωρισμού. Διότι το πιο καταστροφικό σενάριο για τις κεντρικές τράπεζες θα είναι να αρχίσουν να μειώνουν τα επιτόκια και να ενσκήψει (όχι εξαιτίας της μείωσης των επιτοκίων αλλά για λόγους όπως αυτοί που εκθέσαμε παραπάνω) νέο κύμα πληθωρισμού. Τότε θα έχουν χάσει κάθε αξιοπιστία και κάθε δυνατότητα να παρέμβουν.
Ωστόσο, τα επιτόκια είναι σημαντικός παράγοντας, γιατί τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό χρέος (νοικοκυριών και επιχειρήσεων) είναι σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα να απειλούνται χρεοκοπίες, κρατικές και ιδιωτικές. Η Αιθιοπία χρεοκόπησε χθες, η Αργεντινή είναι σε αέναο κύκλο χρεοκοπιών και νομισματικής κατάρρευσης, ενώ οι επιχειρηματικές χρεοκοπίες αυξήθηκαν στις ΗΠΑ κατά 20% το 2023.
Υπ’ αυτούς τους όρους, το 2024 προβλέπεται «έτος των αποδείξεων» στην ασταθή σχέση μεταξύ πληθωρισμού – ρυθμών ανάπτυξης – επιτοκίων – χρέους.
