Επιπλέον τζίρο 1,2 δισ. ευρώ αναζητούν τα εμπορικά καταστήματα -πλην των τροφίμων- για να βγει θετικός ο απολογισμός του τέταρτου τριμήνου του 2023, σύμφωνα με όσα δήλωσε χθες ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών Σταύρος Καφούνης. Με αφορμή την έναρξη του εορταστικού ωραρίου χαρακτήρισε τη χριστουγεννιάτικη σεζόν «την κρισιμότερη περίοδο του ελληνικού εμπορίου», παρουσιάζοντας τους επιθυμητούς στόχους των εμπόρων για την αγοραστική κίνηση.
Οπως είπε ο πρόεδρος του ΕΣΑ και αντιπρόεδρος του ΕΒΕΑ, τα εμπορικά καταστήματα προσδοκούν αύξηση τζίρου τουλάχιστον 10% προκειμένου να καλύψουν έστω ένα μέρος της αύξησης του λειτουργικού τους κόστους. Με βάση τα περσινά στοιχεία του δείκτη του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών για το τέταρτο τρίμηνο του 2022, το λιανεμπόριο, χωρίς τους κλάδους τροφίμων, αυτοκινήτων και καυσίμων, έφτασε τα 9,8 δισ. ευρώ.
Φέτος οι λιανέμποροι έχουν θέσει τον πήχη στα 11 δισ. ευρώ, στόχος που χαρακτηρίζεται «απόλυτα ρεαλιστικός», εφόσον έχουν γίνει ανατιμήσεις σε όλα τα προϊόντα. Ωστόσο, αν το εμπορικό τρίγωνο της Αθήνας έχει λόγους να αισιοδοξεί, ειδικά τα λαμπερά καταστήματα της Ερμού, δεν ισχύει απαραίτητα το ίδιο για τις μικρότερες επιχειρήσεις στις περιφερειακές αγορές. Οταν τα ανελαστικά έξοδα -στέγαση, σίτιση, μετακινήσεις- απορροφούν τουλάχιστον το 50% του οικογενειακού προϋπολογισμού (και πάνω από το 60% για τα φτωχότερα νοικοκυριά), τα χρήματα που περισσεύουν για ελαστικές δαπάνες είναι όλο και λιγότερα. Μάλιστα, όπως καταγράφεται σε όλες τις καταναλωτικές έρευνες, οι περικοπές πλέον αγγίζουν και τα απολύτως αναγκαία, με 9 στα 10 νοικοκυριά να μειώνουν τις δαπάνες για τρόφιμα.
Η ίδια τάση αναμένεται να συνεχιστεί και στις χριστουγεννιάτικες αγορές, όπως επιβεβαιώνεται και από τη νέα έρευνα της Focus-Bar. Λιγότερα χρήματα σε φαγητό και ποτό σκοπεύει να ξοδέψει το 50% των καταναλωτών εφόσον συνεχίσει να μειώνεται η αγοραστική του δύναμη και το 56% θα περιορίσει τις αγορές σε οικιακά είδη και είδη υγιεινής. Το 80% θα κόψει τις αγορές σε προαιρετικά καταναλωτικά είδη όπως αλκοόλ, παιχνίδια, βιβλία, ρούχα, παπούτσια και αξεσουάρ, ενώ το 73% δηλώνει ότι θα μείωνε τα έξοδά του και για προσωπική φροντίδα και ομορφιά.
Αντίστοιχα είναι τα ευρήματα έρευνας της σουηδικής Klarna, ψηφιακής υπηρεσίας χορήγησης μικροπιστώσεων, που δραστηριοποιείται σε 17 χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, εξυπηρετώντας περίπου 90 εκατομμύρια καταναλωτές σε ένα δίκτυο 250.000 εμπόρων. Σε πιο οικονομικές επιλογές θα στραφεί το 89% των Ελλήνων καταναλωτών για τις χριστουγεννιάτικες αγορές, όταν ο διεθνής μέσος όρος είναι 67%, ενώ το 84% ανησυχεί για τα οικονομικά του, έναντι 71% παγκοσμίως.
Μικροδάνεια και δόσεις
Επιπλέον, το 58% εκφράζει ανησυχία σχετικά με τις οφειλές από τις πιστωτικές κάρτες κατά την περίοδο των εορτών και το 42% παραδέχεται ότι είναι απίθανο να εξοφλήσει ολόκληρο το χρέος της πιστωτικής του κάρτας μετά τις διακοπές. Καθώς η Klarna δουλεύει με το μοντέλο «buy now, pay later» (BNPL), διαμεσολαβώντας μεταξύ εμπόρου και καταναλωτή, επιτρέποντάς του να εξοφλήσει το προϊόν είτε μετά από ένα μήνα είτε σε τρεις άτοκες δόσεις, παρουσιάζεται ως προτιμητέα εναλλακτική λύση αντί για τις πιστωτικές κάρτες.
Ως fintech επιχείρηση (χρηματοοικονομική-τεχνολογική), ανήκει στην ανερχόμενη κατηγορία των «νεο-τραπεζών» (neobanks) που εξυπηρετούν μόνο ψηφιακές χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, χωρίς φυσικά καταστήματα, ανεξάρτητα αν κατέχουν φυσικές άδειες.
Στην κατηγορία των neobanks ανήκουν επίσης οι υπηρεσίες «ψηφιακού πορτοφολιού», όπως η VivaWallet και η Revolut, ενώ συνεχώς εμφανίζονται νέες. Ειδικά οι υπηρεσίες BNPL γνωρίζουν άνθηση εν μέσω πληθωρισμού και υψηλών επιτοκίων, ωστόσο έχουν κατηγορηθεί ότι παρασύρουν τους πιο ευάλωτους και νέους σε ηλικία χρήστες σε παρορμητικές αγορές, τις οποίες δεν μπορούν να αποπληρώσουν. Καθώς δεν απαιτούν πιστωτική κάρτα είναι προσβάσιμες σε άτομα πολύ νεαρής ηλικίας, ακόμα και σε εφήβους, που συσσωρεύουν έτσι ψηφιακά χρέη, συχνά εν αγνοία των γονιών τους.
