Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πανηγυρικό κλίμα φαίνεται ότι είχε η συνάντηση του υπουργού Οικονομίας Κωστή Χατζηδάκη με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννη Στουρνάρα, που βλέπουν «άριστους οιωνούς» για την πορεία της οικονομίας. Τόνισαν ότι υπάρχει «συναντίληψη» για την αντιμετώπιση των κρίσιμων ζητημάτων, αλλά ξέχασαν να αναφερθούν στα βασικά προβλήματα των πολιτών, όπως η ακρίβεια, ο πληθωρισμός, το κόστος δανεισμού και η ενεργειακή κρίση, που απέχει από το να λήξει.

Στο ίδιο κλίμα, λίγες ώρες πριν από τις προγραμματικές δηλώσεις, όσον αφορά τις προθέσεις της κυβέρνησης, ήταν και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος με συνέντευξή του επανέλαβε τα γνωστά και αφηρημένα περί «στήριξης» όσων το έχουν ανάγκη, μέσω των κάθε λογής pass.

Μετά τη συνάντησή του με τον Γιάννη Στουρνάρα, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, υποστήριξε ότι «και οι δυο είμαστε αισιόδοξοι για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Είμαστε σε μία περίοδο, στην οποία συντρέχουν μία σειρά από πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις που ενισχύουν αυτή την αισιοδοξία».

Ο Κωστής Χατζηδάκης θύμισε την εξαιρετική συνεργασία με τον Γιάννη Στουρνάρα από την περίοδο 2012-2014, που ο νυν διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας ήταν υπουργός Οικονομικών και ο ίδιος υπουργός Ανάπτυξης, και τόνισε ότι «η συνεργασία αυτή θα συνεχιστεί φυσικά. Συμφωνήσαμε να έχουμε τακτικές επαφές. Είναι θεσμική μας υποχρέωση ούτως ή άλλως -σεβόμενη η κυβέρνηση την ανεξαρτησία της Τράπεζας της Ελλάδος-, αλλά έχουμε και πολύ παραπάνω λόγους να κρατήσουμε αυτή την επαφή την οποία ούτως ή άλλως είχαμε σε προσωπικό επίπεδο».

Σύμφωνα με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας, η αισιοδοξία του έγκειται στο γεγονός ότι «η ελληνική οικονομία έχει κάνει βήματα μπροστά στο επίπεδο της αύξησης των επενδύσεων, της αύξησης των εξαγωγών, της αύξησης του ΑΕΠ, της μείωσης της ανεργίας» και πώς «εφαρμόζοντας τη σωστή οικονομική πολιτική και ειδικά τη σωστή δημοσιονομική πολιτική μακριά από δημαγωγικούς πειρασμούς» (βλέπε λιτότητα, μήπως πάρουμε την επενδυτική βαθμίδα) να προχωρήσουμε μπροστά, «στέλνοντας το μήνυμα στην Ελλάδα και το εξωτερικό ότι η χώρα μας ακολουθεί μία πορεία Ευρώπης και κοινής λογικής, μια πορεία σαν κι αυτή που ακολούθησε τα τελευταία τέσσερα χρόνια, επιταχύνοντας ακόμα περισσότερο τις προσπάθειες και εκπλήσσοντας ευχάριστα για την αποφασιστικότητά μας». 

Ούτε κουβέντα πάντως για το κόστος δανεισμού, και τα ακριβά επιτόκια και το γεγονός ότι πρόσβαση σε δανεισμό έχουν μόνο οι μεγάλοι παίκτες της οικονομίας και πως οι πόροι του Ταμείου Ανάπτυξης προορίζονται γι’ αυτούς. Άφωνος για το θέμα αυτό έμεινε και ο Γιάννης Στουρνάρας, που υποστήριξε ότι «η Ελλάδα είναι πια τελείως διαφορετική από αυτή που ήταν το 2012-14» και πως τώρα «της ανοίγεται μπροστά ένας καθαρός ορίζοντας στην οικονομία».

Υποσχέθηκε δε, καθώς όπως είπε «υπάρχει συναντίληψη» ότι «η Τράπεζα της Ελλάδος είναι και σύμβουλος του Ελληνικού Δημοσίου για οποιαδήποτε θέματα μπορεί να βοηθήσει και το Υπουργείο βεβαίως θέλει βοήθεια. Έχουμε ένα τμήμα ερευνών, ίσως το μεγαλύτερο στη χώρα. Θα είναι στη διάθεση του Υπουργού Οικονομικών σε όποια θέματα χρειαστεί τη συνδρομή της Τραπέζης της Ελλάδος. Νομίζω ότι οι οιωνοί είναι άριστοι».

Απέφυγε δηλαδή να αναφερθεί στο τραπεζικό σύστημα και στους κινδύνους από την αύξηση των επιτοκίων, που μπορεί να οδηγήσει σε νέα «κόκκινα δάνεια». Σύμφωνα με την πρόσφατη Έκθεση τη ΤτΕ, που αναγνώριζε με βελτίωση της κατάστασης του τραπεζικού συστήματος, η αύξηση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ έχει επηρεάσει δυσμενώς το κόστος χρηματοδότησης όσο και τη δυνατότητα αποπληρωμής χρέους από νοικοκυριά (στεγαστικά δάνεια) και επιχειρήσεις (χρηματοδοτικά δάνεια).

Στήριξη με καλάθι νοικοκυριού και υποσχέσεις για καλύτερους μισθούς

Στους σχεδιασμούς της κυβέρνησης, εν όψει και των προγραμματικών δηλώσεων, σίγουρα δεν περιλαμβάνονται αυτά τα θέματα, ούτε φυσικά το κόστος διαβίωσης, όπως προκύπτει και από τη συνέντευξη του κυβερνητικού εκπροσώπου στον ραδιοφωνικό σταθμό Real Fm.

Ο Παύλος Μαρινάκης περιορίστηκε να πει ότι η κυβέρνηση θα κάνει πράξη «μέρα με τη μέρα», αυτά που υποσχέθηκε προεκλογικά, δηλαδή «καλύτερους μισθούς, καλύτερη δημόσια υγεία, ακόμη περισσότερο εκσυγχρονισμό του κράτους και αντιμετώπιση των παθογενειών και βελτίωση όλων των υπόλοιπων τομών και μια ακόμη πιο ισχυρή Ελλάδα».

Όταν ρωτήθηκε για την ακρίβεια, και ξεχνώντας ότι το οικογενειακό εισόδημα και η πραγματική αξία των μισθών βαίνουν μειούμενα, σύμφωνα και με τον ΟΟΣΑ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μίλησε για τη μείωση του πληθωρισμού, χρησιμοποιώντας τα ίδια προεκλογικά επιχειρήματα.

Είπε ότι «συνολικά ο πληθωρισμός βαίνει μειούμενος, ενώ ο πληθωρισμός των τροφίμων παραμένει υψηλός, αν και, τουλάχιστον στη χώρα μας, είναι κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο». 

Και πρόσθεσε ότι «ήδη, έχει ανακοινωθεί από το υπουργείο Ανάπτυξης, η παράταση στο “καλάθι του νοικοκυριού”, το οποίο απέδωσε ― δεν έλυσε από μόνο του το πρόβλημα ― και αντιγράφηκε από πάρα πολλές ισχυρές οικονομίες, όπως και το μέγιστο περιθώριο κέρδους». 

«Η κυβέρνηση αυτή, δεν πρόκειται να αφήσει κανέναν αβοήθητο. Δεν πρόκειται να αφήσει καμία κρίση να την πληρώσουν αυτοί οι οποίοι δεν έχουν καμία ευθύνη, που είναι οι πολίτες, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις», κατέληξε.