ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αρτεμις Σπηλιώτη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Προκλήσεις που σχετίζονται με την ανάγκη διατήρησης ισχυρής κερδοφορίας και περαιτέρω μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ελληνικές τράπεζες και ενώ οι αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις συνεχίζουν να αποτελούν μεγάλο μέρος των κεφαλαίων τους.

Η Τράπεζα της Ελλάδος στην Εκθεση Νομισματικής Πολιτικής που έδωσε στη δημοσιότητα την περασμένη Παρασκευή ζητά να μην υπάρξει εφησυχασμός σε ό,τι αφορά την υγεία του δανειακού χαρτοφυλακίου, καθώς παραμένουν οι κίνδυνοι (υψηλός πληθωρισμός, υψηλά επιτόκια) που επηρεάζουν τη χρηματοοικονομική κατάσταση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αναγνωρίζει την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στο μέτωπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα οποία κινήθηκαν καθοδικά και διαμορφώθηκαν σε 13 δισ. ευρώ τον Μάρτιο του 2023, μειωμένα κατά 0,2 δισ. ευρώ συγκριτικά με τον Δεκέμβριο του 2022 και κατά 95,7 δισ. ευρώ έναντι του Μαρτίου 2016, όταν και είχε καταγραφεί το υψηλότερο επίπεδο μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ωστόσο, το «βουνό» των «κόκκινων» δανείων, απότοκο κυρίως της δεκαετούς κρίσης, που έφυγε από τους ισολογισμούς των τραπεζών, παραμένει στην οικονομία.

Η οριακή αύξηση του λόγου των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων (Μάρτιος 2023: 8,8% – Δεκ. 2022: 8,7%) οφείλεται στη μικρή μείωση των υπολοίπων του συνόλου των δανείων, ωστόσο η πρόοδος είναι αξιοσημείωτη σε σχέση με έναν χρόνο πριν (Μάρτιος 2023: 12,1%).

Ακόμα ένα στοιχείο ανθεκτικότητας των δανειακών χαρτοφυλακίων είναι το γεγονός ότι το ποσοστό των ενήμερων δανείων που βρίσκονται στην επικίνδυνη ζώνη, δηλαδή παρουσιάζουν αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο (stage 2), παραμένει αμετάβλητο τον Μάρτιο του 2023 σε σχέση με τον Μάρτιο του 2022 (10,7%). Αντίθετα, στην ευρωζώνη τα δάνεια της κατηγορίας stage 2 κινήθηκαν ανοδικά (Δεκ. 2022: 9,6%, Δεκ. 2021: 9,1%).

Η ΤτΕ στέκεται στα σημαντικά κέρδη που κατέγραψαν οι τράπεζες το 2022 λόγω της ανόδου των επιτοκίων και σε συνδυασμό με την πιστωτική επέκταση -ξεπέρασαν τα 3,6 δισ. ευρώ- αλλά και στην αυξητική επίδραση στις προοπτικές κερδοφορίας.

Από την άλλη πλευρά ωστόσο υπάρχουν και… παρενέργειες. Η αύξηση των επιτοκίων -η οποία δεν επηρεάζει τα ενήμερα στεγαστικά κυμαινόμενου επιτοκίου λόγω του «πάγου» που έχουν βάλει οι τράπεζες μέχρι τον Απρίλιο του 2024- αυξάνει τον κίνδυνο δημιουργίας ΜΕΔ και έχει αρνητική συμβολή στον ετήσιο ρυθμό ανόδου της χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, αν και μέχρι τον Μάρτιο του 2023 ήταν ήπια.

Σε ό,τι αφορά τις καταθέσεις η περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων σε συνδυασμό με την αύξηση της ζήτησης για προθεσμιακές καταθέσεις έναντι καταθέσεων μιας ημέρας αποτελεί ακόμα μία πρόκληση για την κερδοφορία των τραπεζών. Σημειώνεται ότι οι καταθέσεις προθεσμίας των νοικοκυριών παρουσίασαν αύξηση κατά 6,9 δισ. ευρώ, η οποία έλαβε χώρα σχεδόν εξ ολοκλήρου κατά το πρώτο τετράμηνο του 2023.

Σε περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων, οι ελληνικές τράπεζες θα συνεχίσουν να εκδίδουν ομόλογα με στόχο την κάλυψη της Ελάχιστης Απαίτησης Ιδίων Κεφαλαίων και Επιλέξιμων Υποχρεώσεων (MREL). Σε αυτό το περιβάλλον, η αναβάθμιση του Ελληνικού Δημοσίου στην επενδυτική κατηγορία θα επιδράσει θετικά και για τις τράπεζες καθώς θα οδηγήσει σε αναβάθμιση των πιστοληπτικών τους αξιολογήσεων συμβάλλοντας στη συγκράτηση του κόστους δανεισμού τους από τις διεθνείς αγορές.

Με βάση τα στοιχεία του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (SRB MREL Dashboard 2022:Q4) και τις εκδόσεις που πραγματοποιήθηκαν το 2023 έως τις 15 Ιουνίου, απομένουν περίπου 6,7 δισ. ευρώ που πρέπει να καλυφθούν από αντίστοιχες ομολογιακές εκδόσεις ή άλλους τύπους επιλέξιμων στοιχείων παθητικού έως το τέλος του 2025.