Μπορεί ο πρωθυπουργός στη θεματική συνέντευξη της περασμένης Δευτέρας να θριαμβολόγησε για τα επιτεύγματα της κυβέρνησής του στην οικονομία, αλλά τα επίσημα ευρωπαϊκά στατιστικά δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του στο πιο κρίσιμο ζήτημα το οποίο «συνοψίζει» συνολικά την πορεία της οικονομίας: το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας. Οι δύο θεμελιώδεις δείκτες για την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και ο βασικός δείκτης παραγωγικότητας, αποκαλύπτουν βαθύ και διαρθρωτικό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Ισοζύγιο πληρωμών
Η κυβέρνηση αποφεύγει επιμελώς οποιαδήποτε αναφορά στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, σαν να μην υπάρχει ή να μην έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο λόγος είναι ότι η πορεία του είναι εξαιρετικά δυσμενής και -προφανώς- δεν υποστηρίζει τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης για τα επιτεύγματά της στην οικονομία. Ωστόσο, αυτό το ισοζύγιο συνοψίζει την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας σε επίπεδο πληρωμών, δηλαδή εισροών και εκροών αξίας.
Οταν μια οικονομία έχει έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένη να το καλύψει με δανεισμό – του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα ή και των δύο. Οταν αυτό το έλλειμμα, μετρούμενο ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι πολύ υψηλό, τότε δημιουργούνται μεγάλες πιέσεις εξωτερικής χρηματοδότησης.
Και όταν τέτοιες πιέσεις εμφανίζονται σε μια οικονομική συγκυρία όπως σήμερα, με υψηλό πληθωρισμό, οικονομική επιβράδυνση ή και ύφεση και «ακριβό χρήμα» (υψηλά επιτόκια δανεισμού), τότε τα προβλήματα μπορούν, υπό προϋποθέσεις που δεν είναι καθόλου απίθανες, να γίνουν πολύ σοβαρά, δηλαδή να οδηγηθεί η οικονομία σε χρηματοδοτική ασφυξία.
Τα επίσημα ευρωπαϊκά στατιστικά στοιχεία της Κομισιόν αποκαλύπτουν μια ζοφερή εικόνα: Η Ελλάδα μαζί με την Πολωνία και την Κύπρο έχουν τα πιο υψηλά επίπεδα ελλείμματος, ενώ εξαιρουμένης της Κύπρου, η Ελλάδα έχει έλλειμμα που την κατατάσσει στην ομάδα χωρών της ανατολικοευρωπαϊκής διεύρυνσης της Ε.Ε. και της ευρωζώνης.
Παραγωγικότητα
Ακόμη χειρότερα -και μάλιστα πολύ χειρότερα- είναι τα δεδομένα στο ζήτημα της παραγωγικότητας, η οποία είναι ο πυρήνας της δυναμικής μιας οικονομίας.
Στο ζήτημα αυτό η Ελλάδα καταγράφει πανευρωπαϊκή αρνητική «πρωτιά»: είναι η μόνη χώρα της Ε.Ε. της οποίας ο δείκτης παραγωγικότητας είναι κάτω από τα επίπεδα του 2010 (και μάλιστα 4 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες), όταν όλες οι υπόλοιπες χώρες έχουν καταγράψει από το 2010 μέχρι και το 2020 αυξήσεις παραγωγικότητας πάνω -και οι περισσότερες πολύ πάνω- από 10%. Και ήδη χώρες όπως η Τσεχία, η Πολωνία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Κροατία, η Λετονία και η Ουγγαρία είναι έτοιμες να ξεπεράσουν σύντομα την Ελλάδα στον δείκτη παραγωγικότητας και σε απόλυτες τιμές, παρόλο που στην αφετηρία του 2010 έχουν ξεκινήσει από πολύ χαμηλότερα επίπεδα.
Κανένας από τους δείκτες δεν έχει απόλυτη αξία, αλλά σε συνδυασμό αποκαλύπτουν ένα έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας που αποκτά δομικά, διαρθρωτικά χαρακτηριστικά.
