Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κριτική περιγραφή της πορείας του ελληνικού προγράμματος Golden Visa κάνει η Eteron, μετά την εξαγγελία της κυβέρνηση για αύξηση του ορίου επένδυσης για χορήγησή της από τα 250.000 στα 500.000 ευρώ. Η αύξηση του ορίου, σύμφωνα με την κυβέρνηση, αποσκοπεί στην «αύξηση των διαθέσιμων ακινήτων για Έλληνες» στην προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της στέγασης στη χώρα.

Στην ανάλυση της συντάκτριας του Eteron, Κορίνας Πετρίδη, επισημαίνεται ότι έως πρότινος, «η Ελλάδα παρείχε μία από τις φθηνότερες χρυσές βίζες στην Ευρώπη. Αυτό, μεταξύ άλλων, αποτέλεσε έναν από τους βασικούς λόγους που η χώρα δεχόταν τις περισσότερες αιτήσεις από επενδυτές στην Ευρώπη». 

Και επισημαίνει ότι σύμφωνα με τη μελέτη της ερευνητικής ομάδας των Kristin Surak και Yusuke Tzusuki από τα πανεπιστήμια του LSE και του Harvard, μέχρι και το 2019 η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Λετονία και η Ελλάδα αθροιστικά ήταν υπεύθυνες για το 70% των εγκεκριμένων αιτήσεων, ενώ τα προγράμματά τους απέφεραν το 60% των εσόδων από προγράμματα Golden Visa σε όλη την Ευρώπη». 

Η Ελλάδα δε, μέσα σε πέντε χρόνια εφαρμογής του προγράμματος (2014-2019), «ενέκρινε το 20% των αιτήσεων για Golden Visa στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έφερε το 10% των συνολικών εσόδων από αντίστοιχα προγράμματα».

Σύμφωνα με την ανάλυση, η Ελλάδα αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση, καθώς μόνο το 2018, «το ελληνικό πρόγραμμα Golden Visa απέφερε έσοδα τουλάχιστον 470 εκατομμύριων. Το νούμερο αυτό δεν θα είχε από μόνο του μεγάλη αξία αν δεν αποτελούσε σημαντικό ποσοστό των συνολικών εσόδων της αγοράς ακινήτων στη χώρα. Συγκεκριμένα υπολογίζεται ότι το ίδιο έτος τα έσοδα της αγοράς ακινήτων ανήλθαν στα 1,3 δισεκατομμύρια, εκ των οποίων τα 655 εκατομμύρια προέκυψαν από ξένους επενδυτές». 

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ποσοστιαία «το πρόγραμμα Golden Visa απέφερε το 36% των συνολικών συναλλαγών στην εγχώρια αγορά ακινήτων και το 72% των ξένων επενδύσεων στον συγκεκριμένο κλάδο. Σε κάθε περίπτωση, τα παραπάνω στοιχεία είναι ενδεικτικά της πραγματικότητας». 

Όπως εξηγεί η ερευνήτρια, «το γεγονός ότι πάνω από το 1/3 των συναλλαγών ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα οφείλεται στις συναλλαγές που γίνονται για Golden Visa, δείχνει έναν πολύ σημαντικό βαθμό εξάρτησης των πρώτων στην επενδυτική αυτή λογική». 

Συνεπώς, καταλήγει, «εύκολα θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι επενδύσεις για Golden Visa είναι καθοριστικές στις εξελίξεις στην αγορά ακινήτων και στην αύξηση των τιμών των τελευταίων που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια».

Και εξηγεί:

«Ανάλυση 300 συμβολαίων Golden Visa στο κέντρο της Αθήνας μεταξύ μεσιτικών εταιρειών και κινέζων επενδυτών/-τριών το διάστημα 2017-2019, έδειξε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ακινήτων αγοράστηκε σε διπλάσια και τριπλάσια τιμή από την αντίστοιχη αντικειμενική αξία. Αυτό πρακτικά σημαίνει, ότι ακίνητα αντικειμενικής αξίας 50.000 και 100.000 ευρώ αγοράστηκαν από κινέζους επενδυτές/-τριες πολύ ακριβότερα, προκειμένου να “πιάσουν” το κατώφλι των 250.000 ευρώ, πιθανότατα ασκώντας αυξητικές πιέσεις στις τιμές των ακινήτων».

2019, η «χρυσή χρονιά»

Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν η ανοδική πορεία των αγοραπωλησιών την περίοδο 2014-2019, να συνδυαστεί με «εκρηκτική αύξηση των τιμών των ακινήτων. Την ίδια ώρα, η πορεία των στεγαστικών δανείων παραμένει σταθερά αρνητική από το 2010 κι έπειτα. Το στοιχείο αυτό, σύμφωνα με έκθεση της Alpha Bank, καταδεικνύει ότι η ανακάμψη την περίοδο εκείνη συντελέστηκε χωρίς τραπεζικό δανεισμό (credit-less recovery) και άρα συνδέεται την προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων (FDI)».

Όσον αφορά το προφίλ των επενδυτών, βάσει των στοιχείων από το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου έως και το τέλος του 2021, «η Ελλάδα συνολικά είχε εγκρίνει 9.619 άδειες διαμονής σε πολίτες τρίτων χωρών μέσω του συγκεκριμένου προγράμματος. To 66% των αδειών διαμονής δόθηκαν σε Κινέζους επενδυτές και επενδύτριες, οι οποίοι καταλαμβάνουν με διαφορά το μεγαλύτερο μερίδιο της πίτας. Ακολουθούν επενδυτές και επενδύτριες από Τουρκία (6%), Ρωσία (5%), Λίβανο (4%) και Αίγυπτο (3%)».