Αναμένοντας την τελική έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού για πιθανές αντι-ανταγωνιστικές πρακτικές στον κλάδο καυσίμων και με δεδομένη τη δημόσια παρέμβαση του προέδρου, που είχε δείξει ότι γνωρίζει την εκτόξευση των περιθωρίων διύλισης, η Επιτροπή ανακοίνωσε χθες ότι ολοκληρώνει την πρώτη μελέτη χαρτογράφησης των συνθηκών ανταγωνισμού στον κλάδο Πετρελαιοειδών, η οποία ξεκίνησε τον περασμένο Μάρτιο (υπενθυμίζεται ότι από τον περασμένο Σεπτέμβριο τρέχει έρευνα και σε 15 εταιρείες διύλισης, χονδρικής και λιανικής εμπορίας βενζίνης και πετρελαίου).
Η χαρτογράφηση καλύπτει την αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων, το πετρέλαιο κίνησης και το πετρέλαιο θέρμανσης, εξετάζοντας τη μετακύλιση τιμών στην αλυσίδα παραγωγής και διανομής, εστιάζοντας στο φαινόμενο της ασυμμετρικής προσαρμογής των τιμών των καυσίμων σε σχέση με το κόστος, μεταξύ των σταδίων του κλάδου (διύλιση, χονδρική εμπορία, λιανική διάθεση) και ιδίως εάν προσαρμόζονται οι τιμές λιανικής πιο αργά στη μείωση των χονδρικών τιμών και πιο γρήγορα στην αύξηση αυτών.
Το δείγμα της μελέτης αποτελείται από ημερήσιες τιμές καυσίμων ανά στάδιο (τιμές διυλιστηρίου, χονδρικής και λιανικής) και καλύπτει το χρονικό διάστημα Οκτψβρίου 2019 – Απριλίου 2022, δηλαδή κυρίως πριν από την εφαρμογή του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους. Από τα μέχρι σήμερα πολύ πρώιμα ευρήματα της μελέτης η Επιτροπή Ανταγωνισμού εντοπίζει σημαντικές ενδείξεις για την ύπαρξη φαινομένου ασυμμετρικής προσαρμογής από τα πρατήρια υγρών καυσίμων.
Ασυμμετρία στις προσαρμογές των τιμών συμβαίνει, όταν οι τιμές στην αγορά της επόμενης βαθμίδας προσαρμόζονται διαφορετικά σε μεταβολές των τιμών σε αγορές του προηγούμενου σταδίου (φαινόμενο Rockets & Feathers) -παράδειγμα του φαινομένου είναι όταν η τιμή επόμενης βαθμίδας αυξάνεται αμέσως, όταν αυξάνεται η τιμή των εισροών («rockets», πύραυλος), αλλά μειώνεται με αργό ρυθμό όταν μειώνεται η τιμή των εισροών («feathers», με βραδύτητα φτερού).
Η έρευνα θα ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος Ιουλίου, με την Επιτροπή να έχει ήδη υποσχεθεί ότι θα κάνει τεκμηριωμένες προτάσεις για ενίσχυση του ανταγωνισμού και άρση των ρυθμιστικών εμποδίων, ενώ δεν αποκλείει την εκκίνηση κανονιστικής παρέμβασης, εφόσον διαπιστώσει ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού.
