Οι καταιγιστικές εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας και η εκρηκτική αύξηση των τιμών αφύπνισαν και τις ελληνικές επιχειρήσεις, που αναγνωρίζουν πλέον πόσο κρίσιμο είναι να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής και των ευρύτερων εξελίξεων στον ενεργειακό τομέα. Η πλειονότητα του κλάδου της βιομηχανίας δηλώνει γνώστρια των σχετικών πρωτοβουλιών και προγραμμάτων σε επίπεδο Ε.Ε. και αντιλαμβάνεται ότι η μετάβαση σε ένα πιο «πράσινο» μοντέλο λειτουργίας δεν αποτελεί απλώς ένα «trend» που θα βελτιώσει τη φήμη της, αλλά θα της επιτρέψει να γίνει πιο ανταγωνιστική, μέσω της μείωσης του ενεργειακού κόστους, δίνοντάς της παράλληλα μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια.
Σύμφωνα με έρευνα της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας με θέμα «Πράσινη Μετάβαση Βιομηχανίας», οι τιμές παραγωγού για τις ελληνικές βιομηχανίες, τον Απρίλιο του 2022, ήταν 50% υψηλότερα από τον μέσο όρο 5ετίας –εν μέρει λόγω μεταφοράς υψηλότερου ενεργειακού κόστους (80% πάνω από τον μέσο όρο 5ετίας). Οι τιμές φυσικού αερίου, στις αρχές του 2022, έφτασαν 400% πάνω από τον μέσο όρο 5ετίας.
Από την άλλη πλευρά, ο κλάδος βιομηχανίας καλείται να αναλάβει σημαντικό μέρος της πράσινης μετάβασης, καθώς είναι ιδιαίτερα ρυπογόνος, εκλύοντας το 30% των παγκόσμιων εκπομπών ρύπων (με τον ελληνικό κλάδο να είναι 30% πιο ρυπογόνος από το μέσο όρο της Ε.Ε. –παρά τη βελτίωση της τελευταίας 15ετίας). Ενδεικτικά, στον νέο κλιματικό νόμο περιλαμβάνεται υποχρέωση μείωσης εκπομπών κατά τουλάχιστον 30% έως το 2030 (έναντι του 2019) για ενεργοβόρες βιομηχανίες (πλην εκείνων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών).
Από έρευνα πεδίου σε 200 βιομηχανικές ΜμΕ, με κύκλο εργασιών έως 10 εκατ. ευρώ, για τον βαθμό που έχουν αντιληφθεί τις προκλήσεις του πράσινου μετασχηματισμού και της ενίσχυσης ενεργειακής επάρκειας, οι αναλυτές της Εθνικής Τράπεζας διαπιστώνουν ότι οι μικρομεσαίες βιομηχανικές επιχειρήσεις έχουν προχωρήσει, είτε προγραμματίζουν ενέργειες – δράσεις προς δύο κύριες κατευθύνσεις:
ΠΡΑΣΙΝΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ: Η πλειονότητα των βιομηχανικών ΜμΕ (91%) αναγνωρίζει χρησιμότητα σε ενέργειες που θα της επιτρέψουν να ακολουθήσει τη συγκεκριμένη παγκόσμια τάση. Ως βασικά κίνητρα πράσινου μετασχηματισμού, το 25% των βιομηχανικών ΜμΕ δηλώνει λόγους περιβαλλοντικής ευαισθησίας, ενώ το 66% αναγνωρίζει ουσιαστική ανάγκη, με κυρίαρχες τη συμμόρφωση με κανονισμούς και ενεργειακές εξελίξεις (48% του τομέα) και τη στροφή των καταναλωτών σε προϊόντα φιλικά προς το περιβάλλον (43% του τομέα), ενώ 1/3 του τομέα αποσκοπεί σε ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Μόλις 56% του τομέα έχει προβεί σε σχετικές ενέργειες, οι οποίες κυρίως αφορούν στρατηγικές μείωσης του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της επιχείρησης (48% του τομέα). Το 84% του τομέα αναμένεται να λάβει δράση, ενώ ένα μικρό ποσοστό της τάξης του 9% του τομέα μένει αδιάφορο.
ΚΑΛΥΨΗ ΦΥΣΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ: Βάσει της έρευνας, το 64% του τομέα έχει προχωρήσει σε κάποιας μορφής ασφάλιση έναντι των εν λόγω κινδύνων. Καθώς περίπου το 1/5 δεν θεωρεί ότι είναι ευάλωτο σε ακραίες κλιματολογικές συνθήκες και καταστροφές, εκτεθειμένο φαίνεται να παραμένει το 17% του τομέα –κενό το οποίο αναμένεται να περιοριστεί στο 11% κατά την επόμενη τριετία (βάσει προγραμματισμένων δράσεων των επιχειρήσεων). Αναλυτικότερα, διαπιστώνεται ότι το 81% του τομέα αναγνωρίζει χρησιμότητα σε σχετικές δράσεις, με το 59% των βιομηχανικών ΜμΕ να δηλώνει ως κίνητρο το γεγονός πως είναι εκτεθειμένο σε επιπτώσεις από φαινόμενα όπως φωτιές και πλημμύρες, ενώ ένα επιπλέον 22% του τομέα επιλέγει να δρα προληπτικά.
