Απόφαση διπλής ανάγνωσης έλαβε το Δικαστήριο της Ε.Ε. για το θέμα των δανειοληπτών ελβετικού φράγκου, απαντώντας σε τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο είχαν προσφύγει δυο καταναλωτές που είχαν λάβει ανάλογα στεγαστικά δάνεια από την Τράπεζα Πειραιώς το 2004, τα οποία το 2007 μετέτρεψαν από ευρώ σε φράγκο. Οι δυο καταναλωτές με αγωγή ζητούσαν να αναγνωριστεί η καταχρηστικότητα των ρητρών της σύμβασης οι οποίες όριζαν ότι η εξόφληση του δανείου έπρεπε να γίνει είτε σε ελβετικό φράγκο είτε σε ευρώ αντίτιμο, αλλά με βάση την ισοτιμία κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης ή του υπολοίπου του δανείου, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης.
Η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ για την προστασία του καταναλωτή που απαγορεύει τις καταχρηστικές ρήτρες σε κάθε εμπορική σύμβαση -και στις δανειακές- που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, αλλά εξαιρεί από την απαγόρευση ρήτρες που απηχούν νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ενδοτικού δικαίου (δηλαδή, που ισχύει ελλείψει διαφορετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων). Και επειδή ο ελληνικός νόμος που μετέφερε την Οδηγία δεν περιέλαβε ρητά αυτή την εξαίρεση, με αποτέλεσμα τα δικαστήρια να καταλήγουν σε αποκλίνουσες αποφάσεις, το Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως δεκάδες εθνικά δικαστήρια από πολλές χώρες της Ε.Ε., ζήτησε τη γνωμοδότηση του Ευρωδικαστηρίου, το οποίο σε τουλάχιστον δέκα ανάλογες αποφάσεις έχει στηλιτεύσει την καταχρηστικότητα των όρων και την αδιαφάνεια των δανειακών συμβάσεων ελβετικού φράγκου.
Αυτή τη φορά το Ευρωδικαστήριο φαίνεται να αποκλίνει από τον κανόνα: έκρινε ότι με βάση τη διατύπωση του ελληνικού νόμου που μεταφέρει την Οδηγία για την προστασία του καταναλωτή, οι ρήτρες που βασίζονται σε αυτόν εξαιρούνται από την απαγόρευση της Οδηγίας, ακόμη και αν δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Εκ πρώτης όψεως, επομένως, το ΔΕΕ φαίνεται να δικαιώνει την τράπεζα στη συγκεκριμένη υπόθεση, χωρίς να μπαίνει στην ουσία της καταχρηστικότητας των ρητρών. Ωστόσο, σε άλλη αποστροφή της απόφασής του επισημαίνει ότι η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ επιτρέπει στα κράτη-μέλη την ευχέρεια να παρέχουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας του καταναλωτή σε σχέση με το προβλεπόμενο από την ίδια.
Κατά συνέπεια, τα κράτη-μέλη μπορούν να θεσπίσουν αυστηρότερους κανόνες υπέρ των καταναλωτών. Η απόφαση είναι αρκετά δυσανάγνωστη και αμφιλεγόμενη και νομικοί που εκπροσωπούν τους δανειολήπτες ελβετικού φράγκου την αξιολογούν στις λεπτομέρειές της, ενόψει της προσφυγής τους προς την Κομισιόν εναντίον απόφασης του Αρείου Πάγου που αρνήθηκε να στείλει προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ, σύμφωνα με το αίτημα 4.624 δανειοληπτών και εγγυητών κατά της Eurobank (βλέπε «Εφ.Συν.» 20/12/2021, «Οι όμηροι του ελβετικού φράγκου αντεπιτίθενται»).
