«Οι μέρες των φορο-παραδείσων εντός Ε.Ε, που «στραγγίζουν» τα φορολογικά έσοδα των υπόλοιπων κρατών-μελών, είναι μετρημένες». Αυτό ανακοίνωσε χθες, έμπλεος αισιοδοξίας, ο Γερμανός ευρωβουλευτής των Πρασίνων Σβεν Γκίγκολντ, χαιρετίζοντας την έγκριση πρότασης για την εταιρική φορολογική διαφάνεια από το Συμβούλιο της Ε.Ε. Η νέα οδηγία, γνωστή με τα αρχικά CBCR (Country By Country Reporting – Δημόσια Υποβολή Εκθέσεων ανά Χώρα) αφορά τη δημοσιοποίηση πληροφοριών για τη φορολογία από μεγάλες επιχειρήσεις και υποκαταστήματα, για κάθε χώρα της Ε.Ε. ξεχωριστά, ανεξάρτητα από το πού εδρεύει η μητρική εταιρεία.
Η απόφαση του Συμβουλίου έρχεται σε συνέχεια προκαταρκτικής συμφωνίας στο Ευρωκοινοβούλιο τον Ιούνιο, ακολουθεί η επίσημη έγκριση της συμφωνίας από τους ευρωβουλευτές, ενώ από τη στιγμή της δημοσίευσης τα κράτη-μέλη οφείλουν να ενσωματώσουν την κοινοτική οδηγία στο εθνικό δίκαιο εντός 18 μηνών.
Οπως τονίζεται στο σκεπτικό της προκαταρκτικής συμφωνίας, η ψήφιση της οδηγίας θα είναι πολύτιμο όπλο στη μάχη κατά της εταιρικής φοροαποφυγής, η οποία σε συνδυασμό με τον επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών στερούν από τις χώρες της ΕΕ έσοδα άνω των 50 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως.
Σκοπός της οδηγίας CBCR, σύμφωνα με το Συμβούλιο, είναι η ενίσχυση της φορολογικής διαφάνειας των μεγάλων πολυεθνικών, καθώς υποχρεώνει τις επιχειρήσεις με καθαρά ενοποιημένα έσοδα πάνω από 750 εκατομμύρια ευρώ για κάθε ένα απο τελευταία συνεχόμενα οικονομικά έτη, να δημοσιοποιούν πληροφορίες για το πού πραγματοποιούν τα κέρδη τους και που καταβάλλουν τους φόρους τους. «Για πρώτη φορά οι μη ευρωπαϊκές πολυεθνικές που δραστηριοποιούνται στην Ε.Ε. μέσω θυγατρικών και υποκαταστημάτων υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές εταιρείες», τονίζει το Συμβούλιο.
Η χθεσινή απόφαση είναι το προτελευταίο βήμα για την υιοθέτηση της οδηγίας που είχε τεθεί πρώτη φορά σε συζήτηση τον Απρίλιο του 2016, στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ένα «δικαιότερο σύστημα φορολόγησης των επιχειρήσεων».
Ο Γκίγκολντ, οικονομολόγος και συνιδρυτής του δικτύου Αttac για τη φορολόγηση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών προς όφελος των πολιτών, υπήρξε από τους βασικούς υπέρμαχους της οδηγίας καθώς εδώ και δύο δεκαετίες πρωτοστατεί στις καμπάνιες για την καταπολέμηση της εταιρικής φοροδιαφυγής και των φορολογικών παραδείσων. «Αν οι μεγάλες εταιρείες υποχρεωθούν να δημοσιοποιούν τα κέρδη τους και τους φόρους που πληρώνουν για κάθε χώρα στην οποία δραστηριοποιούνται, τότε οι μηχανισμοί της φορο-αποφυγής θα αποκαλυφθούν μπροστά στα μάτια όλων», σημειώνει ο ευρωβουλευτής και εκπρόσωπος των Πρασίνων στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ευρωβουλής.
Ο ίδιος θεωρεί την οδηγία αποτέλεσμα συμβιβασμού, καθώς το Συμβούλιο δεν δέχθηκε συμπεριληφθεί η υποχρέωση δημοσιοποίησης φορολογικών δεδομένων και από τρίτες χώρες, όπως είχε προτείνει το Ευρωκοινοβούλιο. Ειδικά η Γερμανία μπλόκαρε επί χρόνια τη λήψη απόφασης στο Συμβούλιο, πριν τελικά πειστεί να την υπερψηφίσει. «Περίπου το 80% των εσόδων που χάνει συνολικά η Ε.Ε. λόγω εταιρικής φοροδιαφυγής κατευθύνεται σε ευρωπαϊκούς φορολογικούς παραδείσους, κυρίως την Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία», σημειώνει ο ευρωβουλευτής, καυτηριάζοντας τη στάση των χωρών που είτε καταψήφισαν (Κύπρος, Σουηδία) είτε απείχαν από την ψηφοφορία (Τσεχία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Ιρλανδία).
