Σε σχεδόν μονοκράτορα των συσκευασμένων ζαχαρωδών και σνακ και στην ελληνική αγορά αναδεικνύεται ο πολυεθνικός γίγαντας της Μοndelez, που ανακοίνωσε την πολυαναμενόμενη εξαγορά τής επίσης διεθνοποιημένης Chipita, του βασιλιά των «baked goods» όπως ονομάζονται τα γλυκά και αλμυρά προϊόντα που εμπορεύεται ο όμιλος του Σπύρου Θεοδωρόπουλου.
Η εξαγορά της Chipita έναντι 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων (1,64 δισ. ευρώ) ήταν το επιστέγασμα ενός φλερτ που ξεκινά από το 2018, όταν η Mondelez είχε προσφέρει περίπου 1,5 δισ. στον βασικό τότε μέτοχο της Chipita, τη σαουδαραβική Olayan. Μέχρι την οριστική ολοκλήρωση της συμφωνίας, καθώς εκκρεμούν αποφάσεις Αρχών Ανταγωνισμού διαφορετικών αγορών, οι δύο εταιρείες θα συνεχίσουν να λειτουργούν ξεχωριστά.
Εκτός της συμφωνίας παραμένουν η αλλαντοβιομηχανία ΝΙΚΑΣ και η κοινοπραξία τής Chipita με την ινδική Britannia Industries, το μέλλον της οποίας παραμένει αβέβαιο. Η Chipita διαθέτει 8 ιδιόκτητα εργοστάσια με 38 γραμμές παραγωγής σε Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία, Πολωνία, Ρωσία, Τουρκία και Σλοβακία και έξι εργοστάσια μέσω συνεργασιών σε Ινδία, Μαλαισία, Μεξικό και Σαουδική Αραβία. Ειδικά για την Ελλάδα μένει να ξεκαθαριστεί αν θα συνεχίσουν να λειτουργούν τα δύο εργοστάσια της Chipita σε Λαμία και Λάρισα και η ιστορική σοκολατοποιία Παυλίδης της Πειραιώς, που ανήκει στη Mondelez.
Η Chipita, που ιδρύθηκε το 1973, απασχολεί διεθνώς περίπου 6.000 εργαζόμενους από 30 διαφορετικές εθνικότητες – πάνω από 1.000 μέσω συνεργαζόμενων εταιρειών, ενώ στην Ελλάδα διαθέτει πάνω από 30.000 σημεία διανομής και δύο μονάδες παραγωγής σε Λαμία και Λάρισα.
Ο τζίρος της διεθνώς το 2019 ήταν 567,4 εκατ. δολάρια και τα προϊόντας της προσεγγίζουν περίπου δύο δισεκατομμύρια καταναλωτές. Η Mondelez πάλι έχει τζίρο 26,6 δισ. το 2020, 79.000 εργαζόμενους και 133 εργοστάσια σε 45 χώρες.
