Η κυβέρνηση έχει ήδη σημειώσει στην ατζέντα της -με ανοιχτή την ημερομηνία, που όμως δεν είναι πολύ μακριά- τη σταδιακή χαλάρωση των μέτρων υποστήριξης επιχειρήσεων και εργαζομένων. Στη θέση των όσων ισχύουν σήμερα και αποτελούν φρένο για την έκρηξη της ανεργίας «θα δοθεί έμφαση σε πολιτικές βελτίωσης της παραγωγικότητας, όπως η κατάρτιση του εργατικού δυναμικού, ειδικά σε ψηφιακές και “πράσινες” δεξιότητες, παράλληλα με την ειδική μέριμνα για τη διατήρησης των θέσεων εργασίας σε επιλεγμένους τομείς μέσω μερικής ή ολικής χρηματοδότησης των ασφαλιστικών εισφορών».
Είναι οι προτάσεις που παρουσίασε ο υφυπουργός Εργασίας, Π. Τσακλόγλου, στη συνεδρίαση του Συμβουλίου υπουργών Εργασίας της Ε.Ε., ενώ υπέρ της μείωσης των εισφορών σε μόνιμη βάση εκφράστηκε και ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Θεόδωρος Σκυλακάκης, με συνέντευξή του στο moneyreview.gr. «Ως κράτη, πρέπει να αναλάβουμε την ιδιοκτησία των σχεδίων ανάκαμψης που καταρτίζονται, εμπλουτίζοντας ακόμα περισσότερο τη φιλόδοξη ατζέντα ενίσχυσης του κοινωνικού μοντέλου, συμπεριλαμβανομένων και πρωτοβουλιών προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων», σημείωσε ο υφυπουργός Εργασίας απευθυνόμενος στους ομολόγους του, προσθέτοντας:
«Η Еυρωπαϊκή Ενωση δεν πρέπει να επαναλάβει το σφάλμα της κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας, όταν τα μέτρα δημοσιονομικής χαλάρωσης διακόπηκαν πρόωρα, με αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας». Παραδέχτηκε ότι πολλές επιχειρήσεις θα κλείσουν. «Κάποιες επιχειρήσεις που υποστηρίχθηκαν από την κυβέρνηση και παρέμειναν “ζωντανές” ίσως να μην καταφέρουν να επιβιώσουν στην περίοδο μετά την πανδημία», είπε και υπογράμμισε ότι «τάσεις, οι οποίες υπήρχαν πριν την πανδημία στην αγορά εργασίας, ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο εξαιτίας της, όπως το ηλεκτρονικό εμπόριο. Αυτές οι τάσεις θα αλλάξουν το τοπίο, θα ανατρέψουν το επιχειρηματικό μοντέλο και τις προτεραιότητες των επιχειρήσεων».
Το σχέδιο και οι πολιτικές για την επόμενη ημέρα στην αγορά εργασίας είναι το ζητούμενο και για τους επιτελείς του ΙΟΒΕ, που αποτελεί το βασικότερο κέντρο επεξεργασίας θέσεων για τις μεγάλες επιχειρήσεις-μέλη του ΣΕΒ. Ωστόσο, κατά τη χθεσινή παρουσίαση της μελέτης του, όσο κι αν αναζητήσει κανείς δεν μπορεί να βρει μια ρηξικέλευθη πρόταση πέραν των όσων ήδη διατυπώνονται στο σχέδιο Πισσαρίδη, του οποίου βασικός εμπνευστής είναι ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Ν. Βέττας.
Το ΙΟΒΕ τονίζει ότι «περαιτέρω μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας μπορεί να ενισχύσει τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, να περιορίσει την απόκλιση μεταξύ της Ελλάδας και των υπόλοιπων χωρών της Ε.Ε. και έτσι να ενισχύσει τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης».
Ξεχωρίζει περαιτέρω τομείς με διαρθρωτικές αδυναμίες της αγοράς εργασίας που πρέπει να αντιμετωπιστούν, όπως η «αναντιστοιχία δεξιοτήτων, η ανεπαρκής επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, η χαμηλή αποτελεσματικότητα των ενεργών πολιτικών για την αγορά εργασίας, και τα συστηματικά υψηλά ποσοστά αδήλωτης εργασίας». Σε ό,τι αφορά τις ανισότητες, περιορίζεται στη διαπιστωτική εκτίμηση για τη σημασία «συνεχούς παρακολούθησης των τάσεων της ελληνικής αγοράς εργασίας, ώστε οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να εφαρμόζουν μέτρα προς την κατεύθυνση της περαιτέρω αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, αλλά και μείωσης της ανεργίας και της ανισότητας».
Αυτονόητο αν και καθυστερημένο το συμπέρασμα της μελέτης του σχετικά με τις επιθετικές εργασιακές παρεμβάσεις της περιόδου 2010-2018, όπου όπως διαπιστώνει το ΙΟΒΕ έμειναν «ανεπίλυτες άλλες μακροχρόνιες αδυναμίες, όπως το χαμηλό ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας, η υψηλή φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, η χαμηλή παραγωγικότητα, η υψηλή ανεργία, η χαμηλή χρήση ευέλικτων μορφών απασχόλησης αλλά και το υψηλό ποσοστό αυτοαπασχολούμενων».
