Επιτυχημένη η τοποθέτηση του πρώτου «πράσινου» ομολόγου υψηλής εξασφάλισης που εξέδωσε Εθνική Τράπεζα, ύψους 500 εκατ. ευρώ, καθώς η συναλλαγή προσέλκυσε το ενδιαφέρον μεγάλου μέρους του επενδυτικού κοινού, συγκεντρώνοντας κεφάλαια ύψους περίπου 1,2 δισ. ευρώ με τη συμμετοχή 80 θεσμικών επενδυτών, ξένων στην πλειονότητά τους.
Το ομόλογο αυτό αποτελεί και την πρώτη έκδοση υψηλής εξασφάλισης από ελληνική τράπεζα από το 2015 και μετά. Η επιτυχία του εγχειρήματος, αποτέλεσμα της ζήτησης που σημειώθηκε από μια ευρεία επενδυτική βάση, αποτελεί έμπρακτη επιβεβαίωση της εμπιστοσύνης στην Εθνική Τράπεζα και στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
Το ομόλογο έχει εξαετή διάρκεια, με δυνατότητα ανάκλησης στα πέντε έτη, τοκομερίδιο 2,75% και απόδοση 2.875%.
Η έκδοση αποτελεί μέρος της στρατηγικής διεύρυνσης των ελάχιστων απαιτούμενων επιλέξιμων υποχρεώσεων (Minimum Required Eligible Liabilities – MREL) της ΕΤΕ, που συνιστά εποπτική υποχρέωση όλων των τραπεζών.
«Βάσει των αρχών της ICMA για τα πράσινα ομόλογα, σύμφωνα με τις οποίες πραγματοποιήθηκε η έκδοση, η τράπεζα δεσμεύεται συμβατικά ότι το σύνολο των κεφαλαίων που θα αντληθούν από την πώληση του ομολόγου θα διατεθούν για τη χρηματοδότηση έργων πράσινης οικονομίας» σημειώνει η τράπεζα στην ανακοίνωσή της. Η Εθνική έχει ήδη υψηλό μερίδιο (40%) στην αγορά των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), το οποίο αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω. Η χρηματοδότηση έργων στον κλάδο της ενέργειας και κατά κύριο λόγο σε ΑΠΕ αποτελεί στρατηγικό στόχο της τράπεζας στοχεύοντας σε χρηματοδοτήσεις 3 δισ. ευρώ τα επόμενα 3 χρόνια.
Οι BNP Paribas, Commerzbank, Goldman Sachs International, HSBC και η Morgan Stanley ενήργησαν ως από κοινού διοργανωτές του βιβλίου προσφορών.
Σημειώνεται ότι τα «πράσινα» ομόλογα είναι χρεόγραφα σταθερής απόδοσης, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση έργων με πράσινο αποτύπωμα στο περιβάλλον. Είναι συγκεκριμένης διάρκειας και οι εκδότες διασφαλίζουν ότι τα έσοδα από τα ομόλογα διατίθενται σε πράσινα έργα, σε τομείς όπως οι μεταφορές, η ενέργεια, οι κατασκευές, η χρήση γης, η διαχείριση υδάτινων πόρων κ.ά.
Βάσει των προτεραιοτήτων της ευρωπαϊκής πολιτικής θα συμμετάσχουν σε έργα που θα χρηματοδοτηθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης, μέσω συμπράξεων ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Εκτιμάται ότι η Ευρώπη θα χρειαστεί περί τα 180 δισ. ευρώ πρόσθετων επενδύσεων ετησίως για την επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων μείωσης των εκπομπών αερίων μέχρι το 2030.
