Η διάψευση των προσδοκιών που καλλιέργησε η κυβέρνηση για πλημμυρίδα ρευστότητας έχει οδηγήσει σε καθημερινό debate μεταξύ τραπεζών και επιχειρήσεων, με τον υπουργό Ανάπτυξης Αδωνι Γεωργιάδη να εγκαταλείπει διακριτικά τον ρόλο του τιμωρού των τραπεζών που δεν ρίχνουν ζεστό χρήμα στην οικονομία.
Φαίνεται ότι ο υπουργός συνειδητοποίησε πως οι ανάγκες των επιχειρήσεων είναι πολύ μεγαλύτερες του προϋπολογισμού των προγραμμάτων της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΤΕΠΙΧ ΙΙ που ολοκληρώθηκε και Εγγυοδοτικό που «τρέχει») με αποτέλεσμα πολλές επιχειρήσεις να μείνουν εκτός αν και πληρούσαν τα κριτήρια.
Και όπως παραδέχθηκε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο υφυπουργός Ανάπτυξης Γιάννης Τσακίρης, τα κοινοτικά κονδύλια διέπονται από κανόνες από τους οποίους ρητώς δεν μπορούμε να αποκλίνουμε (π.χ. ευρωπαϊκή νομοθεσία περί προβληματικής επιχείρησης), γραφειοκρατία υπάρχει και στις Βρυξέλλες και πρώτη φορά έχουμε χρηματοδοτικά εργαλεία τέτοιας έκτασης.
Σημειώνεται ότι, όπως γνωστοποίησε ο Γ. Τσακίρης απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, η Ελλάδα κατέθεσε αίτημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να δοθεί η δυνατότητα χρηματοδότησης προβληματικών επιχειρήσεων, οι οποίες εξαιρούνται σήμερα από τα χρηματοδοτικά εργαλεία που έχουν ενεργοποιηθεί. Η Επιτροπή εξετάζει την αναμόρφωση του πλαισίου αναφορικά με την προβληματικότητα των επιχειρήσεων με ώς 50 εργαζομένους, ωστόσο η ελληνική πλευρά ζήτησε να αυξηθεί το όριο στα 250 άτομα.
Στην προσπάθεια να καταγραφούν και να επιλυθούν τα προβλήματα το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθήνας δημιούργησε ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα -https://daneia.acci.gr και είσοδος με κωδικούς του taxisnet- στην οποία όλες οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να καταχωρίζουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην προσπάθειά τους να χρηματοδοτηθούν από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Κεντρικής Ενωσης Επιμελητηρίων και του ΕΒΕΑ, Κωνσταντίνο Μίχαλο, τα επιμελητήρια έχουν γίνει αποδέκτες τεράστιου αριθμού παραπόνων ότι οι τράπεζες δεν παρέχουν ρευστότητα στις επιχειρήσεις, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίες πληρούν τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από την κυβέρνηση για την ένταξη στα χρηματοδοτικά εργαλεία και μάλιστα με εγγυήσεις του ελληνικού Δημοσίου. Υπογραμμίζει εξάλλου ότι η Επιμελητηριακή Κοινότητα έχει ενημερώσει σχετικά την κυβέρνηση ζητώντας την παρέμβασή της στις τράπεζες.
Τραπεζικές πηγές επαναλαμβάνουν την υποχρέωσή τους να τηρούν απαρέγκλιτα τα τραπεζικά κριτήρια από τη στιγμή που τα προγράμματα της ΕΑT δεν αναλαμβάνουν στο 100% το ρίσκο.
«Είναι δεδομένο ότι θα έχουμε νέα “κόκκινα” δάνεια. Εμείς προσπαθούμε να έχουμε όσο το δυνατόν λιγότερα, γιατί σε διαφορετική περίπτωση η ζημιά, όχι για τις τράπεζες αλλά για το σύνολο της ελληνικής οικονομία, θα είναι τεράστια. Αντιλαμβανόμαστε πλήρως τις ανάγκες των επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως μεγέθους, για ρευστότητα ώστε να επιβιώσουν και προσπαθούμε σε καθημερινή βάση να ανταποκριθούμε. Ωστόσο δεν καθορίζουμε εμείς τους προϋπολογισμούς βάσει των οποίων οι τράπεζες κάνουν μόχλευση, ούτε και τους όρους των προγραμμάτων, που διέπονται και από τους κοινοτικούς κανόνες», αναφέρει τραπεζικό στέλεχος.
