Η πολύ μεγάλη ζήτηση, υπερδεκαπλάσια, για την έκδοση της Αlpha Bank διαμόρφωσε στο 4,25% τελικό επιτόκιο του 10ετούς ομολόγου μέσω του οποίου η τράπεζα άντλησε 500 εκατ. ευρώ.
Οι προσφορές για το 10ετές ομόλογο με μη δυνατότητα ανάκλησης πριν από την πάροδο της πρώτης πενταετίας (10NC5) έφτασαν τα 5,1 δισ. ευρώ και η χθεσινή επίδοση αποτελεί ακόμα ένα θετικό μήνυμα, μετά και την επιτυχή έκδοση του ελληνικού Δημοσίου με 15ετές, η απόδοση του οποίου διαμορφώνεται στο 1,551% και του 10ετούς στο 1,099% σε μια περίοδο μηδενικών ή και αρνητικών επιτοκίων.
Ενδιαφέρον για την έκδοση της Alpha Bank εκδήλωσαν περισσότεροι από 340 επενδυτές με ευρεία γεωγραφική διασπορά.
Το 92% της έκδοσης διατέθηκε σε διεθνείς επενδυτές, με μεγαλύτερη τη συμμετοχή από Ευρώπη (43%) και Ηνωμένο Βασίλειο (39%) ενώ αξιοσημείωτο ήταν το επενδυτικό ενδιαφέρον από Ασία (10%).
Το μεγαλύτερο μέρος της έκδοσης καλύφθηκε από μακροπρόθεσμους επενδυτές, με την κάλυψη από διαχειριστές κεφαλαίων και ασφαλιστικούς οργανισμούς να ανέρχεται πάνω από 60%.
«Η πρώτη αυτή έκδοση ομολόγου «Tier 2» συνιστά κομβικό σημείο για την υλοποίηση του Στρατηγικού Σχεδίου. Η επιτυχία του εγχειρήματος, αποτέλεσμα της μεγάλης ζήτησης που σημειώθηκε από μία ευρέως διαφοροποιημένη διεθνή επενδυτική βάση, αποτελεί έμπρακτη επιβεβαίωση της εμπιστοσύνης στο μέλλον της Alpha Bank και στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας» δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Βασίλης Ψάλτης.
Η Αlpha Bank αξιοποίησε το θετικό momentum και ανάλογες κινήσεις αναμένονται τους επόμενους μήνες και από τις άλλες τρεις τράπεζες.
Υπενθυμίζεται ότι στα μέσα του 2019, υπό άλλες συνθήκες, Πειραιώς και Εθνική άντλησαν από τις αγορές από 400 εκατ. ευρώ με 9,75% και 8,25% αντίστοιχα.
Η συγκυρία, πάντως, αποδεικνύεται θετική για τις ευρωπαϊκές τράπεζες γενικότερα. Τα στοιχεία της Dealogic δείχνουν ότι τον Ιανουάριο άντλησαν κεφάλαια συνολικής αξίας 102,8 δισ. ευρώ (σε ευρώ, δολάρια, στερλίνες).
Σημειώνεται ότι είναι η καλύτερη «επίδοση» από το 2011, όταν τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες άντλησαν ομόλογα συνολικού ύψους 158,5 δισ. δολάρια.
