Μαύρες κι άραχλες βλέπει, για ακόμη μια φορά, τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας το ΔΝΤ, επιμένοντας στις γνωστές συνταγές νεοφιλελεύθερης κοπής, ενώ το όνειρο της Αθήνας για χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα μάλλον αποδεικνύεται απατηλό.
Στην τακτική έκθεσή του (βάσει του άρθρου 4 του καταστατικού του), που έδωσε χθες στη δημοσιότητα, το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι, παρ’ όλο που η οικονομική ανάκαμψη επέστρεψε στην Ελλάδα, είναι χαμηλότερη των προσδοκιών. Μετά την περυσινή αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9%, η ανάπτυξη στο α’ εξάμηνο του 2019 μετριάστηκε, λόγω της ανεπαρκούς ιδιωτικής επένδυσης και της υποεκτέλεσης των δημοσίων δαπανών.
Την ίδια στιγμή, μια σειρά από βραχυπρόθεσμους εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες, όπως ο κλιμακούμενος προστατευτισμός, η χαμηλότερη παγκόσμια ανάπτυξη, τα εμπόδια στις μεταρρυθμίσεις και πιθανή επιδείνωση των τραπεζικών ισολογισμών, απειλούν με περαιτέρω επιβράδυνση.
Το Ταμείο σημειώνει, βέβαια, τις δεσμεύσεις της νέας κυβέρνησης για αναπτυξιακές πολιτικές, με παράλληλη τήρηση δημοσιονομικών και μεταρρυθμιστικών στόχων που έχουν συμφωνηθεί με τους Ευρωπαίους εταίρους. Προειδοποιεί, όμως, παράλληλα ότι η ικανότητα αυτής να αντιμετωπίσει κεκτημένα συμφέροντα δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί.
Προβλέπει ότι η ανάπτυξη θα υποχωρήσει ελαφρά φέτος στο 1,8%, αλλά και ότι, το 2020, θα ενισχυθεί στο 2,3%, τροφοδοτούμενη κυρίως από τη δημοσιονομική χαλάρωση και τις υψηλότερες ιδιωτικές επενδύσεις με ξένα κεφάλαια. Μεσοπρόθεσμα, όμως, το ΔΝΤ είναι ιδιαίτερα απαισιόδοξο. Εκτιμά ότι η χαμηλή παραγωγικότητα και οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις θα καθηλώσουν την ετήσια ανάπτυξη της οικονομίας στο 0,9%, έως το 2028.
Αλλά και στο δημοσιονομικό πεδίο, οι εκτιμήσεις δεν είναι καλύτερες. Η έκθεση αναμένει κάλυψη του στόχου του πρωτογενούς μόνο για φέτος, βλέποντάς το στο 3,7% του ΑΕΠ. Από εκεί και πέρα, όμως, προβλέπει παντελή αστοχία. Το Ταμείο εκτιμά ότι θα υποχωρήσει στο 3,1% του ΑΕΠ το 2020, στο 2,7% του ΑΕΠ το 2021, στο 2,6% το 2022, στο 2,4% το 2023 και στο 2,2% το 2024.
Για το χρέος προβλέπει συνεχή μείωση από το 176,5% του ΑΕΠ φέτος στο 145,1% του ΑΕΠ το 2028, χωρίς ωστόσο να θεωρεί ότι η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα είναι διασφαλισμένη με βάση τα υπάρχοντα ρεαλιστικά σενάρια.
Θεωρεί ότι η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει έχει αναπτυξιακό προσανατολισμό, εστιάζοντας σε επενδύσεις, στοχοθετημένες κοινωνικές δαπάνες και μείωση των άμεσων φόρων που θα υποστηρίζονται από μεταρρυθμίσεις στους εισπρακτικούς μηχανισμούς. Ζητά μεγαλύτερη προσπάθεια για τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και τη συμμόρφωση στην πληρωμή των φόρων.
Το Ταμείο τάσσεται για ακόμη μια φορά υπέρ της ανάγκης των χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων, σημειώνοντας ότι σχετική συμφωνία με τους Ευρωπαίους εταίρους θα προσφέρει επιπλέον δημοσιονομικό χώρο για πολιτικές ανάπτυξης και κοινωνικής ένταξης, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι υποκαθίστανται οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Τη θέση του αυτή, που αποτελεί και θέση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων, δεν φαίνεται να ασπάζονται όλα τα κράτη – μέλη του ΔΝΤ και κυρίως οι Ευρωπαίοι εταίροι μας. Επισημαίνεται χαρακτηριστικά ότι, στη διάρκεια της συζήτησης της έκθεσης στο διοικητικό συμβούλιο του ΔΝΤ, την προηγούμενη Τετάρτη, ενώ κάποιοι είδαν με θετικό μάτι την προοπτική χαλάρωσης των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα, αρκετά κράτη – μέλη (προφανώς Ευρωπαίοι εταίροι) αντιτάχθηκαν, απαιτώντας τήρηση της συμφωνίας του Eurogroup, υποστηρίζοντας ότι έτσι θα διαφυλαχθεί η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.
Το ΔΝΤ μιλά, επίσης, για την ανάγκη καλύτερου προγραμματισμού απέναντι στους φορολογικούς κινδύνους και μηχανισμό εξομάλυνσης, που θα επιτρέπει τις προσωρινές αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους σε περίπτωση οικονομικών σοκ.
Για την αγορά εργασίας σημειώνει πως, παρά τη μείωση της ανεργίας, η διαρθρωτική ανεργία παραμένει ακόμη πολύ υψηλή, ενώ η οικονομική δραστηριότητα είναι αρκετά πιο της δυνητικής.
Για το χρηματοπιστωτικό σύστημα προειδοποιεί ότι οι αδύναμοι ισολογισμοί των τραπεζών δρουν ως εμπόδιο στις προοπτικές ανάπτυξης και δημιουργούν σημαντικούς κινδύνους δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Οι τράπεζες συνεχίζουν να μειώνουν την καθαρή πίστωση προς την οικονομία, επισημαίνει.
Χαιρετίζει τις κινήσεις που έχουν γίνει για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, επισημαίνοντας ότι το σχέδιο «Ηρακλής» μπορεί να προσφέρει σημαντική στήριξη. Συστήνει, όμως, παράλληλα, την υιοθέτηση «μιας πιο ολοκληρωμένης, φιλόδοξης και καλά συντονισμένης στρατηγικής» για την εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών, που θα βασίζεται στους μηχανισμούς της αγοράς.
Σύμφωνα μ’ αυτά, προτείνει περαιτέρω βελτίωση του νομικού πλαισίου και ειδικά των διατάξεων που αφορούν προσωπική αφερεγγυότητα και την εξάλειψη της προστασίας για την 1η κατοικία, με στόχο να ενισχυθεί η πειθαρχία στις πληρωμές.
