Στο 1,5% διαμορφώθηκε το επιτόκιο στη χθεσινή επανέκδοση του δεκαετούς ομολόγου του περασμένου Μαρτίου. Το συγκεκριμένο επιτόκιο αποτελεί ιστορικά το χαμηλότερο που έχει πετύχει το Ελληνικό Δημόσιο, περιορίζοντας σημαντικά το κόστος δανεισμού του.
Είναι χαρακτηριστικό ότι λόγω της μεγάλης αποκλιμάκωσης στις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων οι δαπάνες για τόκους το 2020 θα είναι χαμηλότερες κατά 500 εκατ. ευρώ, στα 6 δισ. ευρώ (σε ακαθάριστη δημοσιονομική βάση) σε σχέση με φέτος.
Σε αυτό το ποσό συμπεριλαμβάνεται η εξοικονόμηση τόκων 70 εκατ. ευρώ από την πρόωρη αποπληρωμή των ακριβών δανείων που έχει λάβει η Αθήνα από το ΔΝΤ.
Το ενδιαφέρον των επενδυτών για τη χθεσινή επανέκδοση ήταν πολύ ισχυρό, όπως άλλωστε φάνηκε και από το ύψος των προσφορών, οι οποίες ξεπέρασαν τα 7 δισ. ευρώ. Το ποσό που άντλησε τελικά το Δημόσιο έφτασε το 1,5 δισ. ευρώ, ενώ αρχικός στόχος ήταν το 1 δισ. ευρώ.
Το βιβλίο προσφορών άνοιξε λίγο μετά τις 10.30 το πρωί, με την αρχική τιμολόγηση της απόδοσης να διαμορφώνεται στο 1,55%. Ανάδοχοι της επανέκδοσης του δεκαετούς ήταν οι BNP Paribas, Citi, Goldman Sachs, HSBC και JP Morgan.
Το δεκαετές ομόλογο εκδόθηκε στις 5 Μαρτίου του 2019 με απόδοση 3,9% και κουπόνι 3,875%. Ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) είχε αντλήσει τότε 2,5 δισ. ευρώ, με τις προσφορές να ξεπερνούν τα 11,8 δισ. ευρώ.
Ενδιαφέρον είχαν εκδηλώσει πάνω από 380 επενδυτές, ενώ στα hedge funds διανεμήθηκε το 11% της έκδοσης, στα συνταξιοδοτικά ταμεία το 4%, το 68% σε διαχειριστές κεφαλαίων και το 14,5% σε τράπεζες.
Η χθεσινή έξοδος του ΟΔΔΗΧ στις αγορές ήταν η τέταρτη από την αρχή του έτους. Το Ελληνικό Δημόσιο είχε ήδη υπερκαλύψει πριν από την επανέκδοση του δεκαετούς το φετινό πρόγραμμα δανεισμού του.
Ο στόχος ήταν να μαζέψει έως 7 δισ. ευρώ από τις αγορές και στα ταμεία βρίσκονται ήδη 7,5 δισ. ευρώ. Ο πήχης των αναγκών για το 2019 είχε τοποθετηθεί στα 11 δισ. ευρώ, ενώ το καθαρό ποσό των υποχρεώσεων για το 2020 είναι εξαιρετικά μικρό.
Πιο συγκεκριμένα από τα 6,9 δισ. ευρώ, που είναι το σύνολο του χρέους που ωριμάζει τον επόμενο χρόνο, η χώρα είναι υποχρεωμένη να δανειστεί από τις αγορές ή να χρησιμοποιήσει από το «μαξιλάρι» των διαθεσίμων (cash – buffer) μόλις 3 δισ. ευρώ.
Κι αυτό γιατί τα 2 δισ. ευρώ από αυτό το χρέος είναι ανακυκλούμενος δανεισμός, δηλαδή μέσω εντόκων γραμματίων. Επίσης 1,997 δισ. ευρώ είναι ακριβά δάνεια από το ΔΝΤ για τα οποία έχει ξεκινήσει η διαδικασία της πρόωρης αποπληρωμής.
Συνεπώς η Ελλάδα δεν έχει μπροστά της πιεστικές χρηματοδοτικές υποχρεώσεις. Επίσης, τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα καλύπτουν τις ανάγκες της χώρας ώς το 2023.
Ωστόσο, δεν μπορεί να απουσιάζει από τις αγορές για μεγάλο διάστημα. Αντιθέτως, πρέπει να δημιουργήσει χώρο για συνεχή παρουσία.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ΟΔΔΗΧ προχώρησε εκ νέου στο άνοιγμα της έκδοσης του δεκαετούς ομολόγου ενώ έχει ήδη δρομολογήσει τη μείωση του «στοκ» των εντόκων γραμματίων.
