Σε μια σειρά από αισιόδοξες παραδοχές έχει στηρίξει η κυβέρνηση τις προβλέψεις της για την πορεία των βασικών μακροοικονομικών και δημοσιονομικών μεγεθών του 2020. Το προσχέδιο του νέου προϋπολογισμού που κατατίθεται σήμερα στη Βουλή στηρίζεται, σύμφωνα με πληροφορίες της «Εφ.Συν.», στην εκτίμηση ότι η ανάπτυξη τον επόμενο χρόνο θα ανέλθει στο 2,8% από 2% φέτος.
Η εκτίμηση αυτή γίνεται σε μια στιγμή που το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο έχει ήδη προειδοποιήσει για τους κινδύνους που απειλούν την ελληνική οικονομία, χτυπώντας συγχρόνως καμπανάκι για την κάμψη στις πάγιες επενδύσεις.
Συγχρόνως, όλοι οι διεθνείς οίκοι και οργανισμοί έχουν αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις τους για τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ, λόγω των μεγάλων αβεβαιοτήτων οι οποίες συνδέονται με τις εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία (ο πόλεμος του πετρελαίου στη Μέση Ανατολή, ο υπό εξέλιξη εμπορικός πόλεμος, το βάθος και το εύρος των συνεπειών του Brexit κυρίως για τις χώρες που έχουν ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς με τη Βρετανία κ.ά.).
Η επιβράδυνση του ρυθμού της ανάπτυξης είναι το ένα «ασταθές πόδι», στο οποίο στηρίζεται ο νέος προϋπολογισμός. Το άλλο είναι η πρόβλεψη για μεγάλη αύξηση των εξαγωγών το επόμενος έτος και κυρίως για τις επενδύσεις. Και τα δύο μεγέθη έχουν μεγάλο βαθμό εξάρτησης από τις εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον.
Παρακινδυνευμένη θεωρείται και η πρόβλεψη για αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,8% το 2020 από 1,1% το 2019. Οχι μόνο γιατί ο προϋπολογισμός παραμένει αλυσοδεμένος με τη δέσμευση για πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ ή 6,85 δισ. ευρώ τον επόμενο χρόνο, αλλά και εξαιτίας των νέων φορολογικών μέτρων, που καραδοκούν πάνω από τα ελληνικά νοικοκυριά, για να κλείσει το δημοσιονομικό κενό του 2020, ύψους 1-1,5 δισ. ευρώ.
Μισθοί και ανεργία
Αυξημένου ρίσκου είναι οι προβλέψεις του νέου προϋπολογισμού για αυξήσεις μισθών 3,5% το 2020 και μείωση της ανεργίας κατά 2 εκατοστιαίες μονάδες στο 16,2%, από 18,2% που προέβλεπε το προσχέδιο προϋπολογισμού για φέτος, μετά τις αλλαγές που έρχονται στην εργατική νομοθεσία όσον αφορά τις συλλογικές συμβάσεις και τον περιορισμένο ρόλο του ΣΕΠΕ στον έλεγχο.
Επίσης, οι προσδοκίες για εισπράξεις 54 δισ. ευρώ το 2020 δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα ευοδωθούν και θα συγκεντρωθούν στα ταμεία, λόγω της αστάθειας των εσόδων από ΦΠΑ, που είναι ο μεγάλος παράγοντας αβεβαιότητας του προϋπολογισμού.
Στο φετινό οκτάμηνο υπήρξε σημαντική αύξηση στις εισπράξεις ΦΠΑ (653 εκατ. ευρώ), όμως σε αυτές περιλαμβάνεται ΦΠΑ ύψους 271,6 εκατ. ευρώ από την επέκταση της σύμβασης παραχώρησης του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών. Την ίδια στιγμή, τα έσοδα από τον ΦΠΑ στα πετρελαιοειδή και στα παράγωγα αυτών πέρασαν σε αρνητικό πρόσημο (μείωση κατά 58 εκατ. ευρώ ή 4,2%).
Σε ό,τι αφορά τις κρατικές δαπάνες, το οικονομικό επιτελείο θα προσπαθήσει να τις κρατήσει παγωμένες στα φετινά επίπεδα, δηλαδή στα 57,7 δισ. ευρώ. Και το 2020 ο πληθωρισμός δεν θα αποτελέσει απειλή για την οικονομία, εκτός αν η πορεία της διεθνούς τιμής του πετρελαίου παραμείνει ανοδική.
