Πολιτική «επένδυση» στο αεροδρόμιο της πρωτεύουσας κάνει η κυβέρνηση, η οποία ετοιμάζεται να δώσει τις πρώτες εξετάσεις της προς τους δανειστές και να βαθμολογηθεί θετικά στις επιδόσεις στις ιδιωτικοποιήσεις.
Η πώληση του 30% που διαθέτει το Δημόσιο στο «Ελ. Βενιζέλος» επιταχύνεται, πολύ πιθανόν ως αντιστάθμισμα στην αρχική επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη να προχωρήσει με την υπόθεση του Ελληνικού, η οποία φαίνεται ότι έχει κολλήσει με ευθύνη του επενδυτικού σχήματος.
Ο πήχης του τιμήματος έχει μπει ψηλά, μετά το αίσιο και προσοδοφόρο τέλος της παράτασης της σύμβασης παραχώρησης ώς το 2046, που ολοκληρώθηκε στο τέλος Φεβρουαρίου και απέδωσε ήδη έσοδα της τάξης των 1,15 δισ. ευρώ και, αν συνυπολογιστούν τα έσοδα από μερίσματα και φόρους, το συνολικό όφελος του Δημοσίου θα φθάσει τα 6 δισ. ευρώ.
Ο διαγωνισμός για το 30% των μετοχών του Δημοσίου, που διαχειρίζεται το ΤΑΙΠΕΔ, είχε προκηρυχθεί στις 28 Ιουνίου από την προηγούμενη κυβέρνηση και οι ενδιαφερόμενοι είχαν περιθώριο να εκδηλώσουν ενδιαφέρον ώς τις 30 Σεπτεμβρίου, για να μπορούν να συμμετέχουν στην επόμενη και πιο καθοριστική φάση. Ανοιχτό είναι το ενδεχόμενο να δοθεί ολιγοήμερη παράταση στην προθεσμία υποβολής προτάσεων.
Η νέα κυβέρνηση όμως, με τη χθεσινή απόφαση του ΚΥΣΟΙΠ υπό τον πρωθυπουργό, έλυσε μια σοβαρή διαχειριστική εμπλοκή, η οποία επιτρέπει την ομαλή εξέλιξη του διαγωνισμού, επομένως και την αυξημένη συμμετοχή ενδιαφερομένων. Αφορά τη συμμετοχή του Δημοσίου στη διοίκηση της εταιρείας μετά την ιδιωτικοποίηση.
Με βάση την αρχική σύμβαση του 1996, στο εννεαμελές διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας «Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών» μετέχουν τέσσερα μέλη που προτείνονται από το Δημόσιο, άλλα τέσσερα από τους ιδιώτες μετόχους, ενώ το πέμπτο είναι κοινής αποδοχής και έως τώρα ορίζεται από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ).
Σήμερα όμως το Δημόσιο διαθέτει συνολικά το 55% του «Ελ. Βενιζέλος», από το οποίο το 25% έχει μεταβιβαστεί στο Υπερταμείο, ενώ το 40% στο fund AviAlliance, που έχει δημιουργήσει ο καναδικός ασφαλιστικός φορέας PSP, και το υπόλοιπο 5% στην οικογένεια Κοπελούζου.
Η πρόταση, που υιοθετήθηκε από την κυβέρνηση και έχει εξασφαλίσει τη συμφωνία όλων των εμπλεκομένων, προβλέπει ότι οι Καναδοί και η ΕΤΕπ θα διατηρήσουν τις θέσεις τους και θα διαθέτουν οι πρώτοι τέσσερα και η δεύτερη ένα μέλος στη διοίκηση.
Οι νέοι επενδυτές θα δικαιούνται δύο μέλη και το Δημόσιο θα περιοριστεί σε δύο εκπροσώπους, από τους οποίους ο ένας θα έχει τη θέση του προέδρου.
Στην ουσία από χθες ξεκίνησε η κούρσα για το 30%. Ζωηρό ενδιαφέρον έχουν εκδηλώσει οι Καναδοί, δεδομένου ότι το «Ελ. Βενιζέλος», με την κατακόρυφη αύξηση της επιβατικής κίνησης την τελευταία τετραετία, αποδείχτηκε χρυσοφόρα πηγή.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο όμιλος Κοπελούζου αναζητά συμπαίκτη από τη διεθνή αγορά, για να αυξήσει τη συμμετοχή του. Δεν φαίνεται να δραστηριοποιείται η αυστραλέζικη Macquaric, η οποία κάποια στιγμή είχε δείξει ενδιαφέρον.
Η κυβέρνηση αναμένει και άλλες συμμετοχές, υπάρχει όμως ένα «αδύνατο» σημείο: με βάση την αρχική σύμβαση, το management έχει εκχωρηθεί στον ιδιώτη που διαθέτει το μεγαλύτερο μετοχικό πακέτο. Το περιζήτητο αυτό δικαίωμα ασκείται σήμερα τους Καναδούς, οι οποίοι θα το διατηρήσουν αφού το μερίδιο του Δημοσίου που θα πουληθεί είναι 30%.
Με αυτό το δεδομένο, η AviAlliance έχει προβάδισμα, αλλά όχι και ισχυρό κίνητρο, να αυξήσει το 40% που ήδη διαθέτει. Οι άλλοι δυνητικοί ενδιαφερόμενοι δεν έχουν λόγους να μπουν στο «Ελ. Βενιζέλος», στο οποίo οι Καναδοί θα συνεχίσουν να έχουν το «πάνω χέρι» στις κρίσιμες αποφάσεις για τους αναπτυξιακούς στόχους.
Στην ατζέντα της νέας διοίκησης θα είναι η μεγάλη επέκταση των κτιριακών υποδομών, πέρα από τη μικρή που προβλέπεται να παραδοθεί την άνοιξη.
