Οι τράπεζες καλούνται να διαχειριστούν μια σειρά κινδύνων ώστε να μην περιέλθουν ή κινδυνέψουν να περιέλθουν σε κατάσταση αφερεγγυότητας. Για τον λόγο αυτό, το θεσμικό πλαίσιο ορίζει το ελάχιστο όριο προβλέψεων στο οποίο οι τράπεζες οφείλουν να προβαίνουν προκειμένου να προληφθούν έκτακτες κεφαλαιακές ανάγκες.
Οι κίνδυνοι που αναλαμβάνουν οι τράπεζες είναι: α. πιστωτικός κίνδυνος, δηλαδή μη αποπληρωμή δανείων β. επενδυτικός κίνδυνος, που ανακύπτει όταν οι τράπεζες υπερεπενδύουν σε μετοχές, ομόλογα, «τοξικούς» τίτλους γ. κίνδυνος της αγοράς, όταν δεν εκτιμώνται σωστά οι διακυμάνσεις επιτοκίων και συναλλαγματικών ισοτιμιών και δ. λειτουργικός κίνδυνος, όταν δεν επαρκούν τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου και οι κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης είναι σαθροί.
Φυσικά, οι τράπεζες κάθε χώρας είναι εκτεθειμένες και στον «κίνδυνο χώρας» (π.χ. αδυναμία ή δυσκολία αποπληρωμής διεθνών δανειακών υποχρεώσεων).
Ετσι, το θεσμικό πλαίσιο θέτει ένα ελάχιστο όριο προβλέψεων που οφείλουν να σχηματίζουν οι τράπεζες ώστε να προληφθούν οι έκτακτες κεφαλαιακές ανάγκες.
Οι διορατικές διοικήσεις των τραπεζών προβαίνουν για τον λόγο αυτό σε παρακράτηση κερδών για μεγαλύτερες προβλέψεις από αυτές που ορίζει ο νόμος.
Οι μη διορατικές διοικήσεις προβαίνουν σε διανομή κερδών με υψηλό μέρισμα, αν όμως οι κίνδυνοι επιβεβαιωθούν και κληθούν να εγγράψουν πρόσθετες προβλέψεις στους ισολογισμούς τους, βρίσκονται αντιμέτωπες με ζημιές.
Σε ό,τι αφορά τα ελληνικά «κόκκινα» δάνεια, οι ευθύνες των τραπεζών από το ξέσπασμα της κρίσης και κυρίως μέχρι το τέλος του 2014 (ενιαία εποπτεία ΕΚΤ) είναι δεδομένες, καθώς, ενώ η κρίση κορυφωνόταν (αύξηση ανεργίας, μείωση ΑΕΠ, ύφεση κ.λπ.), δεν έδειξαν αντανακλαστικά, με αποτέλεσμα να αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο τα προβληματικά δάνεια.
Η συσσώρευση «κόκκινων» δανείων απαιτεί περισσότερα εποπτικά κεφάλαια και κλείνει τις στρόφιγγες χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας.
