ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αρτεμις Σπηλιώτη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η αντικατάσταση του άρθρου 9 του νόμου Κατσέλη, που αφορούσε την προστασία της πρώτης κατοικίας, αποτελούσε μονόδρομο κυρίως για δύο λόγους.

Πρώτον, η συσσώρευση χιλιάδων υποθέσεων στα Ειρηνοδικεία όλης της χώρας -κάποιες έχουν πάρει δικάσιμο ακόμα και το 2030- προκάλεσε την έντονη δυσφορία των θεσμών και των τραπεζών, καθώς μαζί με τους χιλιάδες ευάλωτους δανειολήπτες που ήθελαν να σώσουν το «κεραμίδι» της οικογένειάς τους στοιχήθηκαν και χιλιάδες στρατηγικοί κακοπληρωτές.

Με ένα απλό αίτημα υπαγωγής και με ανύπαρκτο προδικαστικό έλεγχο ο… δανειολήπτης κέρδιζε προστασία που πιθανότατα δεν δικαιούνταν.

Σύμφωνα μάλιστα με τις τράπεζες, στην πλειονότητα των δικαστικών αποφάσεων απένταξης από την προστασία του νόμου Κατσέλη είχε εντοπιστεί δόλος του δανειολήπτη.

Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι, μετά από σχεδόν 10 χρόνια από την ψήφιση του νόμου που ήταν πρωτοποριακός και έσωσε χιλιάδες νοικοκυριά από τον εφιάλτη του πλειστηριασμού, ήταν πλέον επιβεβλημένο να περάσουμε σε ένα πλαίσιο ενεργητικής διαχείρισης των «κόκκινων» στεγαστικών δανείων, αλλά και των επιχειρηματικών με υποθήκη την πρώτη κατοικία ώστε να προστατεύονται από πλειστηριασμό.

Και προκειμένου να μη συσσωρευτούν και άλλες υποθέσεις στα δικαστήρια, η εξωδικαστική ρύθμιση και διαχείριση αυτών των δανείων επίσης αποτελούσε μονόδρομο.

Κάπως έτσι λοιπόν, στα τέλη Ιανουαρίου, περίπου 40 μέρες πριν από τη λήξη του άρθρου 9 του νόμου Κατσέλη (28/2/2019), ξεκίνησε η διαπραγμάτευση κυβέρνησης-τραπεζών για το νέο πλαίσιο προστασίας καθώς οι θεσμοί έθεσαν ως βασικό προαπαιτούμενο να υπάρχει συμφωνία.

Εξ αρχής οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι πρέπει να προστατευτεί η πρώτη κατοικία των ευάλωτων δανειοληπτών, ωστόσο υπήρχαν διαφωνίες σε ό,τι αφορά τον ορισμό του «ευάλωτου» και κατά συνέπεια τους όρους και τις προϋποθέσεις υπαγωγής των δανειοληπτών στο νέο πλαίσιο.

Η κυβέρνηση ήθελε να κρατήσει ψηλά την αντικειμενική αξία της πρώτης κατοικίας, στα υψηλά όρια του νόμου Κατσέλη, δηλαδή στις 280.000 ευρώ, οι τράπεζες στην περιοχή των 150.000 ευρώ.

Σε ό,τι αφορά το υπόλοιπο του δανείου, η κυβέρνηση έβαζε τον πήχη στα 150.000-180.000 και οι τράπεζες κάτω από τα 100.000 ευρώ.

Η επιδότηση του Δημοσίου

Τελικά, τα όρια «κλείδωσαν» στα 250.000 ευρώ αντικειμενική αξία πρώτης κατοικίας και 130.000 ευρώ υπόλοιπο δανείου.

Το δεύτερο σημείο συμφωνίας αφορούσε την υιοθέτηση του κυπριακού σχεδίου «Εστία», που προβλέπει ρύθμιση του δανείου (κούρεμα, επιμήκυνση, χαμηλότερο επιτόκιο) και επιδότηση της δόσης από το κράτος.

Οι τράπεζες ωστόσο έκαναν ξεκάθαρο από την πρώτη στιγμή ότι δεν θα δεχτούν οριζόντιο «κούρεμα» και τάχθηκαν υπέρ της εξωδικαστικής ρύθμισης.

Πάντως η κυβερνητική πρόταση που πέρασε τελικά προβλέπει «κούρεμα» του δανείου ώστε το υπόλοιπο ποσό να αντιστοιχεί στο 120% της αντικειμενικής αξίας του σπιτιού.

Για παράδειγμα, αν το δάνειο είναι 130.000 ευρώ και η αντικειμενική αξία 80.000 ευρώ, το δάνειο που αντιστοιχεί στο 120% της αξίας είναι 96.000 ευρώ και συνεπώς θα «κουρευτούν» 34.000 ευρώ.

Το βασικό σημείο διαφωνίας στην πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων ήταν η ένταξη των επιχειρηματικών δανείων που έχουν υποθήκη την πρώτη κατοικία, όπως επιθυμούσε η κυβέρνηση, με τις τράπεζες να αντιδρούν.

Ωστόσο, λίγες μέρες αργότερα (11/2/2019), σε σύσκεψη στο μέγαρο Μαξίμου υπό τον Αλέξη Τσίπρα, επήλθε συμφωνία και τα επιχειρηματικά δάνεια που είναι συνδεδεμένα με την πρώτη κατοικία «μπήκαν» στο νέο πλαίσιο, με όρια ίδια με αυτά των στεγαστικών, δηλαδή 250.000 αντικειμενική αξία και 130.000 υπόλοιπο δανείου.

Από εκεί και πέρα και μέχρι τις 27 Φεβρουαρίου όταν και βγήκε επιτέλους «λευκός καπνός», τα δύο επιτελεία –κυβερνητικό και τραπεζικό– ασχολήθηκαν με νομοτεχνικά ζητήματα και έθεσαν τη βάση συζήτησης για τη γενικότερη αναμόρφωση του νόμου Κατσέλη, δηλαδή του πτωχευτικού δικαίου των φυσικών προσώπων. Καθώς τόσο οι τράπεζες όσο και οι θεσμοί επιθυμούσαν τη συνολική αναμόρφωση του νόμου Κατσέληκαι όχι το «σπάσιμο» σε δύο νομοθετήματα.

Αυτή άλλωστε ήταν και μια βασική ένσταση των θεσμών στην οποία μπορεί να… υποχώρησαν, με τις πληροφορίες ωστόσο να αναφέρουν ότι ζητούν συγκεκριμένες δεσμεύσεις για μια σειρά θεμάτων που αφορούν και τις εκκρεμείς υποθέσεις του νόμουΚατσέλη.

Η κορυφαία ένσταση ωστόσο που διατυπώνουν αφορά τα επιχειρηματικά δάνεια, καθώς εκφράζονται προβληματισμοί για τις επιπτώσεις στα βιβλία των τραπεζών, παρά την ισχυρή και στοιχειοθετημένη επιχειρηματολογία περί του αντιθέτου που έχει αναπτύξει η ελληνική πλευρά (κυβέρνηση, τράπεζες).