Η ΕΚΤ θα συνεχίσει να επανεπενδύει τα κεφάλαια από τα ομόλογα που ωριμάζουν για μεγάλο διάστημα μετά την πρώτη αύξηση των επιτοκίων της, που αναμένεται μετά το καλοκαίρι του 2019
Το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE), που ξεκίνησε το 2015 ώστε να στηρίξει τις ευαίσθητες οικονομίες της ευρωζώνης –πλην Ελλάδος–, τελειώνει στις 31 Δεκεμβρίου 2018, αν και «οι κίνδυνοι που απειλούν την οικονομία είναι πιο εμφανείς», όπως προειδοποιεί ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι.
Η Φρανκφούρτη λοιπόν ανακοίνωσε τη λήξη ενός ιστορικού προγράμματος αγοράς ομολόγων ύψους 2,6 τρισ. ευρώ, αποφασίζοντας, ωστόσο, ότι η ΕΚΤ θα συνεχίσει να επανεπενδύει τα κεφάλαια από τα ομόλογα που ωριμάζουν για μεγάλο διάστημα μετά την πρώτη αύξηση των επιτοκίων της.
Την ίδια στιγμή, οι αβεβαιότητες που γεννούν γεωπολιτικοί παράγοντες, η απειλή του προστατευτισμού, η μεταβλητότητα των αγορών και οι αδυναμίες στις αναδυόμενες αγορές ρίχνουν τη σκιά πάνω από την ευρωζώνη, σύμφωνα με τον Μ. Ντράργκι.
«Η ανάπτυξη της παγκόσμιας δραστηριότητας αναμένεται να συνεχίσει να υποστηρίζει τις εξαγωγές, αν και με βραδύτερους ρυθμούς. Τα πρόσφατα στοιχεία καταδεικνύουν επιβράδυνση της αναπτυξιακής δυναμικής» τόνισε ο Ιταλός κεντρικός τραπεζίτης, συμπληρώνοντας ότι «χρειάζονται ακόμα σημαντικά μέτρα νομισματικής πολιτικής, για τη στήριξη των τιμών και του πληθωρισμού μεσοπρόθεσμα».
Η ΕΚΤ, λοιπόν, αναθεώρησε προς τα κάτω τις εκτιμήσεις για την ανάπτυξη της ευρωζώνης σε σύγκριση με τις προβλέψεις του Σεπτεμβρίου: αναμένει τώρα ότι η οικονομία της ευρωζώνης θα αναπτυχθεί με ρυθμό 1,9% το 2018 και 1,7% το 2019, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για ανάπτυξη 2% και 1,8% αντίστοιχα.
Σε ό,τι αφορά τα βασικά επιτόκια, το Δ.Σ. της ΕΚΤ αναμένει ότι θα παραμείνουν στα σημερινά τους επίπεδα, τουλάχιστον μέχρι και το καλοκαίρι του 2019 και πάντως για όσο διάστημα χρειαστεί προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχιση της διαρκούς σύγκλισης του πληθωρισμού προς επίπεδα κάτω από, αλλά κοντά στο 2% μεσοπρόθεσμα. Τα επιτόκια διαμορφώνονται σήμερα στο 0% (πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης), στο 0,25% (διευκόλυνση οριακής χρηματοδότησης) και -0,40% (για πράξεις αποδοχής καταθέσεων).
