Το σενάριο να «παγώσει» για ακόμη έναν χρόνο, ώς το τέλος του 2019, την εφαρμογή του φόρου υπεραξίας στα ακίνητα εξετάζει η κυβέρνηση σε συνεννόηση με τους θεσμούς προκειμένου η επιβολή του να μη σταθεί εμπόδιο στις προοπτικές ανάκαμψης της ελληνικής κτηματαγοράς.
Ο φόρος υπεραξίας στις πωλήσεις ακινήτων έχει θεσμοθετηθεί από το 2014, αλλά ποτέ δεν εφαρμόστηκε λαμβάνοντας διαδοχικές αναβολές.
Παράγοντας του υπουργείου Οικονομικών θεωρεί δεδομένη ακόμη μία αναβολή ώστε να ισχυροποιηθεί η ζήτηση στην αγορά των ακινήτων που τα προηγούμενα χρόνια έπνεε τα λοίσθια, ενώ από τα νέα συμβόλαια μεταβίβασης θα υπάρξουν σημαντικά οφέλη και για τα κρατικά ταμεία.
Γεγονός είναι πάντως ότι υπάρχει αντιστροφή του κλίματος με την εικόνα στον κλάδο να είναι πολύ διαφορετική. Στο τρίτο τρίμηνο του 2018 οι τιμές των διαμερισμάτων, μετά τη μικρή πτώση (1%) που είχαν παρουσιάσει το 2017, «τσίμπησαν» κατά 2,5% λόγω της αυξημένης ζήτησης.
Σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη η αγορά ακινήτων στο τρίτο τρίμηνο κατέγραψε άνοδο 3,7% και 1,9% αντίστοιχα, ενώ στα υπόλοιπα αστικά κέντρα 1,2% και στην υπόλοιπη χώρα 1,6%.
Σε αυτό το πλαίσιο τις επόμενες ημέρες θα κατατεθεί διάταξη στη Βουλή που θα αναστέλλει την εφαρμογή του φόρου ώς την 31η Δεκεμβρίου του 2019.
Για την Ιστορία και μόνο, ο φόρος υπεραξίας επιβάλλεται με συντελεστή 15% στο κέρδος που προκύπτει ανάμεσα στην τιμή κτήσης και την τιμή πώλησης κάθε ακινήτου από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά.
Επιβαρύνει τον πωλητή, ενώ ο αγοραστής οφείλει φόρο μεταβίβασης 3% επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.
Εφόσον ο φορολογούμενος διακρατήσει το προς πώληση ακίνητο για περισσότερα από πέντε έτη, η υπεραξία είναι αφορολόγητη μέχρι του ποσού των 25.000 ευρώ. Επίσης όσοι μεταβιβάσουν ακίνητα τα οποία έχουν στην κατοχή τους προ του 1995 απαλλάσσονται του φόρου.
Η τελική υπεραξία, επί της οποίας υπολογίζεται ο φόρος, προσδιορίζεται βάσει ποσοστιαίων συντελεστών απομείωσης. Οι τελευταίοι κλιμακώνονται ανάλογα με τα έτη διακράτησης του ακινήτου (από 98,2% για δύο χρόνια διακράτησης έως 60% για περισσότερα από 25).
Για την επιβολή του φόρου, ο φορολογούμενος που μεταβιβάζει ακίνητη περιουσία υποχρεούται, πριν από τη σύνταξη του συμβολαίου, να δηλώνει το σύνολο των στοιχείων που αφορούν τον προσδιορισμό του φόρου υπεραξίας στον συμβολαιογράφο.
Η δήλωση περιλαμβάνει τα στοιχεία του πωλητή, του συμβολαιογράφου που καταρτίζει τη συμβολαιογραφική πράξη και θα διενεργήσει την παρακράτηση και την απόδοση του φόρου, τα στοιχεία του αγοραστή ή των αγοραστών, τον χρόνο και την αξία κτήσης και μεταβίβασης, το είδος της ακίνητης περιουσίας ή των ιδανικών μεριδίων αυτής ή του εμπράγματου δικαιώματος, τα έτη διακράτησης, τους συντελεστές και τον υπολογισμό του φόρου.
