Το κοινωνικό μέρισμα φέτος μπορεί να φτάσει και το 1,5 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τον επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, Φραγκίσκο Κουτεντάκη. Όπως τόνισε, βάσει των στοιχείων και των προβλέψεων, η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια θα παράγει πλεονάσματα πάνω από τον στόχο και ο δημιουργηθείς δημοσιονομικός χώρος θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπως επιλέξουν οι κυβερνήσεις της.
Σε συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό «Στο Κόκκινο», ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης ανέφερε ότι από την έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού «μπορεί να προκύψει το συμπέρασμα» ότι το κοινωνικό μέρισμα φέτος μπορεί να φτάσει το 1,5 δισ. ευρώ.
Επίσης υποστήριξε ότι στην Ελλάδα δεν υφίσταται υπερφορολόγηση, σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζονται κάποιοι.
Όπως εξηγεί, τα δύο στοιχεία στα οποία βασίζονται τα παραπάνω συμπεράσματα είναι ότι στο εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2018 η εκτέλεση του προϋπολογισμού δίνει περίπου 1,1 δισ. ευρώ πάνω από το περσινό αποτέλεσμα, ενώ το 2017 κλείσαμε με πρωτογενές πλεόνασμα γύρω στο 4% (3,9% με τη μεθοδολογία της Eurostat, 4,1% με το πρόγραμμα).
«Αν υποθέσει κανείς ότι οι υπόλοιποι τρεις μήνες θα είναι στα ίδια επίπεδα με πέρυσι, μπορεί να συμπεράνει ότι ναι, θα είμαστε 1,1 δισ. ευρώ πάνω από πέρυσι. Αυτό όμως δεν είναι δεδομένο, είναι μία πρόχειρη πρόβλεψη».
«Οι προβλέψεις για τα δημοσιονομικά στην Ελλάδα», σύμφωνα με τον επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, «δείχνουν ότι τα επόμενα χρόνια θα προκύψει κάποιος “χώρος”, η χώρα θα παράγει πλεονάσματα πάνω από το στόχο. Αυτό σημαίνει ότι αυτός ο “χώρος” είναι διαθέσιμος στην οποιαδήποτε κυβέρνηση, να τον διαχειριστεί και εκμεταλλευτεί όπως επιλέξει. Αυτό μπορεί να σημαίνει είτε μείωση φορολογικών βαρών είτε αύξηση δαπανών για διάφορες χρήσεις, για κοινωνική προστασία, βελτίωση των δομών δημόσιας διοίκησης, των υποδομών, κτλ.».
«Το κρίσιμο», τόνισε, «είναι ότι ο δημοσιονομικός χώρος είναι πεπερασμένος και οποιαδήποτε χρήση πρέπει να γίνεται προσεκτικά, ώστε να μην τον υπερβαίνει, να μην δημιουργείται κανενός είδους αμφιβολία για την δυνατότητα της χώρας να παράγει τα πλεονάσματα στα οποία έχει δεσμευτεί, τα επόμενα χρόνια».
Όσον αφορά τα σχόλια ότι στην Ελλάδα η φορολόγηση είναι η υψηλότερη στην ευρωζώνη, ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης υποστηρίζει ότι «σε γενικές γραμμές, σε σύνολο δημοσίων φορολογικών ή ασφαλιστικών εσόδων δεν ισχύει» κάτι τέτοιο.
Ωστόσο «ισχύει στη φορολογία αγαθών και υπηρεσιών, στον φόρο κατανάλωσης, τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους, όπου η Ελλάδα είναι στην πρώτη θέση των χωρών της Ευρωζώνης σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ. Σε άλλους φόρους όμως, τον φόρο εισοδήματος, των φυσικών προσώπων, των νομικών προσώπων, στις ασφαλιστικές εισφορές, η Ελλάδα είναι είτε στον μέσο όρο είτε λίγο κάτω από τον μέσο όρο».
Και διευκρίνισε ότι«η υπερφορολόγηση είναι σχετική έννοια … αν συγκρίνει κανείς τη φορολογία σήμερα σε σχέση με την φορολογία πριν από δέκα χρόνια, προ κρίσης, πράγματι, υπάρχει πολύ μεγάλη αύξηση, είναι λίγο-πολύ δεδομένο μετά τη μεγάλη περιπέτεια που πέρασε η χώρα μας. Αν συγκρίνει όμως κανείς σήμερα την Ελλάδα με παρόμοιες χώρες, δεν μπορεί να πει ότι υπερφορολογούμαστε, είμαστε κοντά στον μέσο όρο της ευρωζώνης».
Επιπλέον, επισήμανε το σημαντικό ρόλο της «μεγάλης αύξησης της χρήσης του “πλαστικού χρήματος”, καρτών πιστωτικών και χρεωστικών, που βελτίωσε πάρα πολύ την εισπραξιμότητα, ειδικά στο ΦΠΑ, τους φόρους συναλλαγών. Ήταν μία “παράπλευρη ωφέλεια” των capital control», που διεύρυνε τη φορολογική βάση σε αυτόν τομέα.
