Με διαφορετικούς όρους από αυτούς για άλλες οικονομίες που βγήκαν προηγουμένως από τα δικά τους μνημόνια θα γίνει η έξοδος της ελληνικής οικονομίας στις αγορές, εκτιμά το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών και προτείνει τη χρήση προληπτικής πιστωτικής γραμμής στήριξης μετά τη λήξη του προγράμματος.
Οπως αναφέρει στην τριμηνιαία του έκθεση το ΙΟΒΕ: «Η ελληνική πλευρά θα είχε κάθε λόγο να αιτηθεί και οι εταίροι θα είχαν υποχρέωση να προσφέρουν, χωρίς καμία επιπλέον δημοσιονομική επιβάρυνση, πρόσβαση σε κατάλληλη πιστοληπτική γραμμή στήριξης που θα εξομάλυνε το διάστημα ανάμεσα στο τρίτο πρόγραμμα και την αυτόνομη χρηματοδότηση της χώρας. Φαίνεται πως έγινε η επιλογή να μην ενεργοποιηθεί μια τυπική πιστοληπτική γραμμή, ενώ αυτή θα ήταν διαθέσιμη, κυρίως για πολιτικούς λόγους, τόσο εγχωρίως όσο στην Ευρώπη».
Το ΙΟΒΕ προβλέπει στην τριμηνιαία έκθεσή του επιτάχυνση της ανάπτυξης το 2018, στην περιοχή του 2,1% -έναντι στόχου 2,3%-, και περαιτέρω αποκλιμάκωση της ανεργίας κοντά στο 19,8%.
Οι συνθήκες και οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία βελτιώνονται, κάτι που αποτυπώνεται στα στοιχεία του ΑΕΠ, αλλά και σε άλλους σημαντικούς δείκτες, σημείωσε ο πρόεδρος του ΙΟΒΕ, Τάκης Αθανασόπουλος, κρούοντας ωστόσο τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον.
«Η βελτίωση αυτή δεν συνιστά το οριστικό τέλος της κρίσης. Θα ήθελα να υπενθυμίσω τα σημαντικά δομικά προβλήματα της οικονομίας μας, τα οποία δεν έχουν αντιμετωπισθεί, και τον κίνδυνο οι θετικές εξελίξεις να παρερμηνευθούν και να οδηγήσουν στην εγκατάλειψη της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας» ανέφερε ο Τάκης Αθανασόπουλος, τονίζοντας ότι ο στόχος μας πρέπει να είναι η σύγκλιση με τις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης και αυτό επιτυγχάνεται με ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης 3%-4% ετησίως.
Οπως υπογραμμίζεται στην έκθεση, αν η ελληνική οικονομία δεν προχωρήσει στον δρόμο των δομικών μεταρρυθμίσεων, με έμφαση στο άνοιγμα των αγορών και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης, ο ρυθμός πραγματικής μεγέθυνσης της οικονομίας κατά την επόμενη δεκαετία δύσκολα θα υπερβεί το 1% ετησίως.
