Την ώρα που το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης επιχειρεί να ανακόψει την ολοένα αυξανόμενη πορεία των αιτήσεων για τις παράνομες παρακρατήσεις στις επικουρικές συντάξεις, ο Συνήγορος του Πολίτη ετοιμάζεται να αναλάβει δράση…
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Εφ.Συν.», δύο συνταξιούχοι έχουν προσφύγει στον Συνήγορο του Πολίτη καταγγέλλοντας τον παράνομο επανυπολογισμό όλων ανεξαιρέτως των επικουρικών συντάξεων.
Το αρμόδιο υπουργείο σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις κινήσεις των συνταξιούχων και ειδικά για τις εισφορές υπέρ ΑΚΑΓΕ σε ανακοίνωσή του ανέγραφε την προηγούμενη εβδομάδα:
«Δεν χρειάζεται να κάνει κανείς συνταξιούχος αίτηση. Διότι η λύση που δίνει η κυβέρνηση είναι λύση για όλους, όπως έγινε με την επιστροφή εισφορών ασθενείας που εσφαλμένα παρακρατούσαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις από τις συντάξεις».
Ωστόσο αυτή είναι η μισή αλήθεια, καθώς μπορεί η κυβέρνηση να δίνει κομμάτι των παράνομων μνημονιακών παρακρατήσεων αλλά όχι το σύνολο.
Πάντως για τις επιπλέον λαθεμένες παρακρατήσεις του Ν.3986/2011 (ΑΚΑΓΕ) και του Ν.4093/2012, ο Συνήγορος του Πολίτη έχει ήδη τοποθετηθεί και καλεί την κυβέρνηση να επιστρέψει τα ποσά αυτά.
Παράνομες παρακρατήσεις
Οι δύο αυτοί συνταξιούχοι αναφέρουν τη δική τους περίπτωση για να καταδείξουν ότι στο σύνολο των συνταξιούχων υφίστανται παράνομες παρακρατήσεις που δεν επιστρέφονται.
Αναλυτικότερα στον πρώτο, η σύνταξή του «επανυπολογίστηκε» κατά 253 ευρώ χαμηλότερα (αφορά και άλλες 400.000 συντάξεις οι οποίες κατά τον επανυπολογισμό είχαν άθροισμα κύριας και επικουρικής πάνω από τα 1.300 ευρώ), ενώ για τον δεύτερο η σύνταξή του δεν έπρεπε να επανυπολογιστεί (αφορά και τις υπόλοιπες 800.000 συντάξεις με άθροισμα κάτω από τα 1.300 ευρώ) και θα του περικοπούν 45 ευρώ από την 1.1.2019.
Οπως αναγράφεται στην αναφορά που τιτλοφορείται «Απάτη του υπουργείου Εργασίας σε βάρος 1.249.471 συνταξιούχων»:
◼ 660 εκατομμύρια (ετησίως) από επικουρικές συντάξεις παρακρατούνται παράνομα από 400.000 συνταξιούχους
◼ 220 εκατομμύρια (επιπλέον) θα παρακρατηθούν από την 1.1.2019 επίσης παράνομα από τους υπόλοιπους 800.000 συνταξιούχους.
Ουσιαστικά οι δύο καταγγέλλοντες θεωρούν ότι όλες οι επικουρικές συντάξεις «επανυπολογίστηκαν» κατά 17% έως 70% χαμηλότερα από αυτά που προβλέπει ο νόμος και συγκεκριμένα το άρθρο 96 του 4387/2016 (νόμος Κατρούγκαλου).
Σύμφωνα με την αναφορά, το υπουργείο Εργασίας όφειλε:
Α. την αναπροσαρμογή του συντάξιμου μισθού για κάθε σύνταξη χωριστά,
Β. ανάλογα με το έτος συνταξιοδότησης και τον αντίστοιχο σωρευτικό δείκτη τιμών καταναλωτή,
Γ. συμπεριλαμβάνοντας τις εισφορές για δύο επιπλέον μήνες (δώρων, επιδ. αδείας) το οποίο τελικά αγνόησε.
Οι διαφορές που προκύπτουν από τις παράνομες περικοπές (παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος νόμος και ενιαίος συντελεστής, 0,45% ανά έτος, τις απαλείφει) από Ταμείο σε Ταμείο ποικίλλουν, σε βαθμό που γίνονται και προκλητικές, αφού σε ορισμένα Ταμεία (ΕΤΕΑΜ – τ. ΙΚΑ-ΤΕΑΜ) είναι διπλάσιες – κατά 50% περισσότερο.
«Το γεγονός των παράνομων περικοπών προκύπτει και από φυλλάδιο του ίδιου του υπουργείου Εργασίας, που ενώ προσπαθεί να διαφημίσει τον Ν. 4387/2016, ταυτόχρονα μέσα από αυτό αποκαλύπτει και την απάτη, αφού τα ποσά αυτά καμία σχέση δεν έχουν με τα αντίστοιχα των συντάξεων», θα δηλώσει σχετικά στην «Εφ.Συν.» ο Κώστας Νικολάου, συνταξιούχος και μέλος της Διοικούσας Επιτροπής ΚΕΠΕΑ/ΓΣΕΕ.
Με την αναφορά τους αυτή οι δύο συνταξιούχοι ζητούν:
Α. Να αποκατασταθεί η έννομη τάξη και να επιστραφεί το αντίστοιχο χρηματικό ποσό (253 ευρώ μηνιαίως) αναδρομικά από την 1.7.2016. Αναλόγως και στους υπόλοιπους 400.000 συνταξιούχους που το συνολικό ύψος ανέρχεται στα 660 εκατ. ετησίως.
Β. Να καταργηθούν και να αφανιστούν οι παράνομες προσωπικές διαφορές από τα εκκαθαριστικά σημειώματα και να αποφευχθεί η περικοπή κατά 45 ευρώ αλλά και τυχόν κίνδυνος περικοπής για το μέλλον. Αναλόγως και στους υπόλοιπους 800.000 συνταξιούχους που το συνολικό ύψος ανέρχεται στα 220 εκατ. ετησίως.
Γ. Και για να αποφευχθεί ο κίνδυνος παραγραφής κατά συνέπεια και αναδρομικών επιστροφών, και να δοθεί ένα τέλος στην ταλαιπωρία 1.249.471 συνταξιούχων και o εξαναγκασμός τους στο να καταφεύγουν στα ελληνικά δικαστήρια προκειμένου να τους αποδοθούν αυτά που δικαιούνται, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
