Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί στα θέματα της διαχείρισης κονδυλίων από το ΕΣΠΑ, αλλά και στη διάλυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας οι διοικήσεις ΓΣΕΕ και ΣΕΒ να συμπορεύονται, όπως φαίνεται όμως οι εμπειρογνώμονες των δύο πλευρών έχουν βαλθεί να τους βάλουν να διασταυρώσουν τα ξίφη τους…

Ετσι, ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στο Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ με τίτλο «Κόστος εργασίας και περιθώρια κέρδους στα χρόνια των μνημονίων» έφερε τον… καβγά, όπου προς το παρόν έχει απαντήσει μόνο η διοίκηση της ΓΣΕΕ στους εμπειρογνώμονες του ΣΕΒ.

Στο άρθρο αυτό, ένας από τους καλύτερους εμπειρογνώμονες της αγοράς εργασίας, ο Ηλίας Ιωακειμόγλου κατέδειξε με αδιαμφισβήτητα στοιχεία ότι η πρωτοφανής μείωση μισθών στην ελληνική οικονομία από το 2010 και η μη επένδυση σε πάγιο κεφάλαιο δεν έφεραν αντίστοιχη πτώση στις τιμές των προϊόντων της βιομηχανίας, αλλά αύξηση των περιθωρίων κέρδους!

Ολα αυτά εναντίον του ζητουμένου της εσωτερικής υποτίμησης, που βέβαια ήταν η πτώση των τιμών.

Κρίση = κέρδος

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον κ. Ιωακειμόγλου, στις οικοδομές και άλλες κατασκευές, η μείωση ανήλθε περίπου στο 1/4 της αρχικής τιμής.

Η αντίστοιχη μείωση στον τομέα των υπηρεσιών περιορίστηκε σε περίπου 10%. Στην περίπτωση της μεταποιητικής βιομηχανίας και της ευρύτερης βιομηχανίας (εκτός οικοδομών και άλλων κατασκευών), οι εγχώριες τιμές δεν ακολούθησαν τη ραγδαία μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας: Στη μεν μεταποίηση, η πτώση του δείκτη τιμών την περίοδο 2010 – 2016 δεν υπερέβη το 3%, ενώ η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος ανήλθε σε 37,5%.

Στην ευρύτερη βιομηχανία, εκτός οικοδομών και άλλων κατασκευών, στην οποία εκτός από τη μεταποίηση περιλαμβάνονται τα ορυχεία και μεταλλεία, η παράγωγη ενέργειας και ο κλάδος της ύδρευσης, της αποχέτευσης και διαχείρισης απορριμμάτων, ο δείκτης τιμών αυξήθηκε κατά 4,2%, έναντι μείωσης 29,1% του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.

Επομένως, ενώ στον τομέα των οικοδομών και άλλων κατασκευών, καθώς και στον τομέα των υπηρεσιών οι τιμές μειώθηκαν κατ’ αναλογία των μειώσεων του μοναδιαίου κόστους εργασίας, αυτό δεν συνέβη στον τομέα της βιομηχανίας.

Ως αποτέλεσμα, αντί του προβλεπόμενου ανταγωνιστικού αποπληθωρισμού, στην περίπτωση της βιομηχανίας πλην κατασκευών υπήρξε αύξηση των περιθωρίων κέρδους.

Οι αγορές και οι τιμές

Την απάντηση ανέλαβαν να δώσουν οι εμπειρογνώμονες του ΣΕΒ, οι οποίοι, ελλείψει επιχειρημάτων, άρχισαν να βάλλουν γράφοντας στο ενημερωτικό δελτίο του ΣΕΒ για «ξύλινη και δογματική ερμηνεία» στην παράθεση ατράνταχτων στοιχείων από την πλευρά του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ.

«Σύμφωνα με τη διανεμητική αυτή λογική, το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας (που το αντίστροφό του αποτυπώνει κατά προσέγγιση το μερίδιο των κερδών) πρέπει να παραμένει σταθερό, με τις τιμές να αυξομειώνονται ώστε να αντανακλούν πλήρως τις μεταβολές στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Κάτι τέτοιο, όμως, παραβλέπει το γεγονός ότι οι μεταποιητικές επιχειρήσεις δεν έχουν έλεγχο πάνω στις τιμές των προϊόντων που παράγουν για εξαγωγές ή υποκατάσταση εισαγωγών, αφού οι τιμές αυτές καθορίζονται στις διεθνείς αγορές», είναι η άποψη των εμπειρογνωμόνων.

Μάλιστα, προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα, διατυπώνουν την άποψη ότι «εγκαλούνται οι μεταποιητικές επιχειρήσεις να μειώσουν τις τιμές των προϊόντων τους τώρα που πέφτει το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, ώστε να κερδίσουν μερίδιο αγοράς, λησμονώντας την τεράστια αύξηση των αμοιβών της εργασίας κατά 50,4% στη δεκαετία 2000-2010, όταν η παραγωγικότητα της εργασίας μειωνόταν κατά 1,4%!».

Ξεχνούν, βέβαια, να αναφέρουν ότι αυτή η αύξηση ήρθε ως συνέπεια διαπραγματεύσεων μεταξύ και των διοικήσεων του ΣΕΒ και όχι πειθαναγκαστικά από κάποια εξωτερική αρχή, αλλά φέρει την υπογραφή και τη συγκατάνευση των διοικήσεων του ΣΕΒ.

Σε όλο αυτό, τέλος, παρενέβη η διοίκηση της ΓΣΕΕ, κάνοντας λόγο για πόλεμο εντυπώσεων, μέσω του ενημερωτικού δελτίου του ΣΕΒ.

«Η μόνη ειλικρίνεια που επιδεικνύουν είναι η αδυναμία τους να αντιληφθούν ή σωστότερα η επιλογή τους να μη βλέπουν ότι, πέραν της πολιτικής που ακολουθείται, υπάρχει και άλλη πολιτική» αναγράφεται σε σχετική ανακοίνωση της Εργατικής Συνομοσπονδίας.

«Αν, όπως ισχυρίζονται οι συντάκτες του δελτίου, οι τιμές διαμορφώνονται αποκλειστικά στις διεθνείς αγορές και δεν μπορούν να μειωθούν, τότε ποιος ήταν ακριβώς ο στόχος της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης; Μονομερώς οι μειώσεις των μισθών των εργαζομένων;», αναρωτιέται η διοίκηση της ΓΣΕΕ και μάλλον δεν θα λάβει απάντηση!

Ετσι, λοιπόν, η ΓΣΕΕ καταλήγει στην άποψη ότι οι δραματικές μειώσεις των μισθών στη μεταποιητική βιομηχανία, στο σύνολο της μνημονιακής περιόδου, δεν απέδωσαν τα προβλεπόμενα από τη θεωρία της εσωτερικής υποτίμησης (αντίστοιχες μειώσεις των τιμών, συνακόλουθη αύξηση της ανταγωνιστικότητας και βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών), αλλά μετατράπηκαν σε αυξήσεις των κερδών, οι οποίες δεν συνοδευτήκαν από αξιόλογες αυξήσεις των επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου.