Το πλήγμα που υπέστησαν σε συμβολικό κυρίως επίπεδο -και πώς θα αντιστρέψουν το κλίμα- σκέφτονται περισσότερο οι επικεφαλής της κοινοπραξίας η οποία πρόκειται να αναλάβει τις τύχες του λιμανιού της Θεσσαλονίκης μετά το στραπάτσο της περασμένης Παρασκευής.
Η ακύρωση της υπογραφής για τη μεταφορά του 67% των μετοχών της ΟΛΘ Α.Ε. -που έγινε «απρόσμενα και απρόβλεπτα», όπως επισήμως ανακοίνωσε το ΤΑΙΠΕΔ, επειδή η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας αποφάσισε να θέσει υπό καθεστώς προσωρινής διαχείρισης την τράπεζα Promsvyazbanκ, εκδότρια της εγγυητικής επιστολής ύψους 20 εκατομμυρίων ευρώ- προκάλεσε έντονες ανησυχίες σχετικά με την ολοκλήρωση της παραχώρησης του λιμανιού.
Το αναπάντεχο της εξέλιξης ήταν ένα «διαδικαστικό γεγονός force mazeure (έκτακτης ανάγκης)», δηλώνει στην «Εφ.Συν.» ο επικεφαλής της κοινοπραξίας Σωτήρης Θεοφάνης, σπεύδοντας να διευκρινίσει πως «η σχετική επιταγή θα επανεκδοθεί κανονικά και την Τρίτη πρόκειται να είναι στο σύστημα ώστε την Πέμπτη να υπογραφεί η παραχώρηση των μετοχών».
Οι φήμες
Το χειρότερο για την κοινοπραξία South East Gateway Thessaloniki (Diep – CMA – Belterra) είναι πως η εξέλιξη φάνηκε να επιβεβαιώνει τις φήμες που μετ’ επιτάσεως κυκλοφορούσαν ότι υπήρχε ζήτημα με τα οικονομικά, φήμες που εντάθηκαν μετά τις δηλώσεις του Αμερικανού πρεσβευτή στην Ελλάδα Τζέφρι Πάιατ που είχε πει ότι «υπάρχουν περιπτώσεις επενδύσεων στην Ελλάδα που προβληματίζουν, όπως είναι η ιδιωτικοποίηση του λιμένος Θεσσαλονίκης, όπου είναι ακόμη ασαφές ποιοι είναι οι επενδυτές».
Αλλά και στην κυβέρνηση η έκπληξη ήταν πολύ δυσάρεστη, αρκεί να αναφέρουμε πως λίγες ώρες πριν από την αναβολή της διαδικασίας ο υφυπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης, Στέργιος Πιτσιόρλας, δήλωνε εμφατικά ότι «διαψεύδονται γι’ άλλη μία φορά οι Κασσάνδρες… Η διαδικασία ολοκληρώνεται και πραγματικά το λιμάνι της Θεσσαλονίκης περνά σε μια καινούργια περίοδο».
Στο παρασκήνιο, και μετά το αρχικό σοκ, υπήρχαν κύκλοι της κοινοπραξίας που επέμειναν αρχικά ότι η υπογραφή μπορούσε να γίνει κανονικά, αφού έτσι κι αλλιώς υπάρχει εγγυητική επιστολή 20 εκατομμυρίων και το Δημόσιο ήταν καλυμμένο αφού η επιταγή είχε εκδοθεί από κυπριακά brands.
Τελικά επικράτησαν όμως σκέψεις που σημείωναν ότι θα μπορούσε να τεθεί θέμα ακυρότητας, πράγμα που θα οδηγούσε σε περιπλοκή της υπόθεσης.
Η μεταφορά της ημερομηνίας υπογραφής κατά μία εβδομάδα θεωρείται από παράγοντες της αγοράς «τεχνικά δικαιολογημένη, εφόσον οι λόγοι είναι αυτοί που γνωρίζουμε».
Οσο για το περιορισμένο της παράτασης, οι ίδιοι σημειώνουν ότι έγινε «για να προλάβουν να ετοιμαστούν αν χρειαστεί οι Αραβες της Dubai, αφού οι εγγυητικές επιστολές για τον πρώτο και τον δεύτερο του διαγωνισμού λήγουν στις 31 Δεκεμβρίου».
Χαμηλοί τόνοι
Επισήμως η αντιπολίτευση κράτησε χαμηλούς τόνους και αφέθηκαν μεσαία στελέχη να κάνουν σχόλια όπως αυτό του Θεσσαλονικιού πρώην γενικού γραμματέα Δημοσίων Εργων, Στράτου Σιμόπουλου, ο οποίος σε ανάρτησή του έγραψε ότι «όποιοι δραστηριοποιούμαστε επιχειρηματικά γνωρίζουμε ότι ακόμη και σε συμβάσεις πολύ μικρότερου ύψους και σημασίας υπάρχουν προβλέψεις για την αξιολόγηση των τραπεζών που θα εκδώσουν τις εγγυητικές», ξεχνώντας όμως ή μη γνωρίζοντας ότι:
α) υπήρχε σαφής όρος στη σύμβαση για εγγυητική επιστολή από αξιολογημένη τράπεζα και
β) η μέθοδος που υλοποιήθηκε ήταν αποτέλεσμα της προκήρυξης εκδήλωσης ενδιαφέροντος που έκανε το ΤΑΙΠΕΔ το 2014, προκήρυξη η οποία ήταν βασικό αν όχι αποκλειστικό επιχείρημα των θεσμών προκειμένου να συμπεριλάβουν την ιδιωτικοποίηση της ΟΛΘ Α.Ε. στις «ανελαστικές» μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας.
Σε άλλη ανάρτησή του μία μέρα πριν από την ορισμένη για τις υπογραφές ο κ. Σιμόπουλος αναρωτιόταν μεταξύ άλλων αν κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης έχουν τύψεις επειδή «συμμετείχαν στην ακύρωση πριν από 10 χρόνια ανάλογης προσπάθειας, κάτω από καλύτερες συνθήκες»· μόνο που η παραχώρηση του Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων στην εταιρεία Hutsinson το 2008 δεν ματαιώθηκε εξαιτίας των κινητοποιήσεων, αλλά εξαιτίας της υπαναχώρησης της εταιρείας που είχε και αποτέλεσμα να καταπέσει η εγγυητική της.
