«Κλείδωσε» η συμφωνία με τους δανειστές για τις αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που θα φέρει σε προνομιακή θέση τους χιλιάδες απλήρωτους εργαζόμενους και θέτει ως βασικό κριτήριο βιωσιμότητας μιας επιχείρησης, που αιτείται δανείου, τον βαθμό συνέπειάς της προς τους εργαζόμενους.
Οπως είχε γράψει η «Eφ.Συν.», η πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης που έγινε αποδεκτή από τους δανειστές προβλέπει ότι από την 1η Ιανουαρίου 2018 τα δεδουλευμένα εργαζομένων μέχρι και 6 μηνών θα πρέπει να εξοφλούνται κατά προτεραιότητα στις περιπτώσεις επιχειρήσεων που τα περιουσιακά τους στοιχεία βγαίνουν σε πλειστηριασμό ή προχωρούν σε αναδιοργάνωση. Αμέσως μετά θα πρέπει να καταβάλλονται οι φόροι που σχετίζονται με ακίνητα (ΕΝΦΙΑ).
Ετσι, ανατρέπεται το καθεστώς που επιβλήθηκε με το τρίτο μνημόνιο τον Αύγουστο του 2015 και έφερνε στην πρώτη θέση εξόφλησης τις τράπεζες και το Δημόσιο με υποθήκες σε ποσοστό 65% επί της πτωχευτικής περιουσίας και από τον επόμενο χρόνο θα περάσουν στη δεύτερη θέση και θα ικανοποιούνται οι απαιτήσεις τους, όχι βάσει ποσοστού, αλλά ανάλογα με το ποσόν που θα έχει περισσέψει από την αποπληρωμή των δεδουλευμένων των εργαζομένων και του ΕΝΦΙΑ.
Η κυβέρνηση επικαλέστηκε τα ευρωπαϊκά πρότυπα αλλά και το συνεχιζόμενο πρόβλημα μη καταβολής μισθών στην Ελλάδα (οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περισσότερους από 1 εκατ. εργαζόμενους που έχουν να δουν το «χρώμα» του χρήματος από 3 έως και 18 μήνες). Παράλληλα υπάρχει διεθνής τάση ειδικής μεταχείρισης όχι μόνο για τους εργαζομένους αλλά για τους φόρους ιδιοκτησίας.
Οπως υπογραμμίζουν κυβερνητικοί αξιωματούχοι, η σειρά εξόφλησης στέλνει σαφές μήνυμα και στις εν λειτουργία επιχειρήσεις που δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα καθώς θα εξοφλούν τις υποχρεώσεις τους βάσει της κατάταξης που θεσπίζει ο Κώδικας.
Με τον τρόπο αυτό αποφεύγουν μελλοντικά μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης.
Οι εργαζόμενοι, ωστόσο, ανεξάρτητα με την κατάταξή τους στον Κώδικα είναι τελικά αυτοί που «κρατούν» -και καλώς- τα κλειδιά των επιχειρήσεων, καθώς διατηρούν ακόμα το δικαίωμα στην απεργία και στην επίσχεση.
Και στην περίπτωση που ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους ώστε να αντιμετωπίσουν φαινόμενο εργοδοτικής αυθαιρεσίας η βιωσιμότητα της επιχείρησης τίθεται εν αμφιβόλω, τα έσοδα μειώνονται ή εξανεμίζονται και κατά συνέπεια αυξάνονται οι οφειλές και προς τους υπόλοιπους πιστωτές και άρα και τις τράπεζες που περνούν στη δεύτερη θέση της κατάταξης.
Αυτό ήταν, σύμφωνα με πληροφορίες, το βασικό τεχνοκρατικό επιχείρημα που έπεισε τους δανειστές. Διότι επιχειρήματα με ανθρωπιστικό και κοινωνικό πρόσημο, όπως έχει αποδειχτεί, δεν συγκινούν τους θεσμούς.
Σε ό,τι αφορά τη χορήγηση νέων δανείων, αυτών δηλαδή που θα χορηγηθούν από την 1η Ιανουαρίου 2018, η επιχείρηση που αιτείται δανείου θα πρέπει να είναι ταμειακά εντάξει απέναντι στους εργαζόμενους ή σε αντίθετη περίπτωση να παρουσιάσει συγκεκριμένο πλάνο αποπληρωμής οφειλών (δεδουλευμένων), το οποίο η τράπεζα θα εξετάζει αν τηρείται και αναλόγως θα αποφασίζει τη σταδιακή εκταμίευση του δανείου.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συνέπεια των επιχειρήσεων προς εργαζόμενους, Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία κ.ά πάντα αποτελούσε κριτήριο βιωσιμότητας μιας επιχείρησης και απόδειξη υγείας.
Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις (λίγο-πολύ τις ξέρουμε) οι τράπεζες πολύ λίγη σημασία έδιναν καθώς προηγούνταν στο ταμείο.
Και όταν τα προβλήματα ήταν ανυπέρβλητα οι επιχειρήσεις επιτύγχαναν ευνοϊκές ρυθμίσεις για τα δάνειά τους, ενώ οι απλήρωτοι εργαζόμενοι ρίχνονταν στον Καιάδα.
Αναλυτικότερα η προτεινόμενη αλλαγή:
◼ Πρώτες σε σειρά εξόφλησης θα είναι οι απαιτήσεις των εργαζομένων μέχρι 6 μισθούς και οι φόροι των υποθηκευμένων ακινήτων, αντί των τραπεζών και του Δημοσίου (με υποθήκη) σε ποσοστό 65%.
◼ Δεύτερες, στη σειρά οι τράπεζες και το Δημόσιο με υποθήκη. Σήμερα είναι το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και οι εργαζόμενοι κατά 25%.
◼ Τρίτο στην σειρά εξόφλησης το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και οι εργαζόμενοι εφόσον οι απαιτήσεις τους ξεπερνούν τους 6 μισθούς, που εξοφλούνται κατά προτεραιότητα.
◼ Τελευταίοι εξοφλούνται οι υπόλοιποι πιστωτές, δηλαδή οι προμηθευτές και οι τράπεζες για το τμήμα εκείνο που δεν είχαν υποθήκες, και μέχρι σήμερα εξοφλούνται, επίσης τελευταίοι σε ποσοστό 10%.
