Μπορεί τα πράγματα στην ελληνική οικονομία να βαδίζουν σε μια σταθεροποίηση, ωστόσο η όλη κατάσταση παραμένει εύθραυστη…
Το συμπέρασμα λοιπόν της ενδιάμεσης έκθεσης του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ ΓΣΕΕ) είναι ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε σημείο καμπής καθώς δεύτερη φορά μετά το 2014 αναζητά διέξοδο από την ευπαθή σταθεροποίησή της στο χαμηλό επίπεδο δραστηριότητας στο οποίο βρίσκεται μετά τη μεγάλη ύφεση της περιόδου 2010-2013.
Για το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναζητά έναν δυναμικό μηχανισμό δημιουργίας εισοδημάτων και ροών ρευστότητας, ώστε να υπάρξει ανάπτυξη.
Ομως, όπως υποστηρίχθηκε σχετικά, μπορεί ένας τέτοιος μηχανισμός να είναι προϋπόθεση για την ουσιαστική έξοδο της χώρας από την κρίση χρέους.
Ωστόσο η άποψη των συντακτών της έκθεσης είναι ότι δεν παρατηρούνται οι μακροοικονομικοί και παραγωγικοί μετασχηματισμοί που θα δημιουργούσαν ουσιαστικές προϋποθέσεις μετάβασης της οικονομίας προς μια δυναμική και διατηρήσιμη ανάκαμψη.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα το πάντα έγκυρο ΙΝΕ ΓΣΕΕ αποδομεί πλήρως την κυβερνητική αφήγηση για επιτυχή πορεία της ελληνικής οικονομίας και για έξοδο από τον σφιχτό εναγκαλισμό με τους δανειστές μας.
Αυτή η απαισιοδοξία του ΙΝΕ ΓΣΕΕ (αναγνωρίζει βέβαια ότι η οικονομία αλλά και η απασχόληση έχουν σημειώσει βήματα προόδου) πηγάζει από τα εξής:
Οι επενδύσεις έχουν σταθεροποιηθεί σε ένα επίπεδο κατά 63% χαμηλότερο από αυτό του α’ τριμήνου του 2008, κάνοντας εμφανές το τεράστιο επενδυτικό κενό στο οποίο έχει περιέλθει η οικονομία.
Υπολογίζεται ότι –με βάση τον μέσο ρυθμό αύξησης των επενδύσεων του 2016– ο όγκος των επενδύσεων θα φτάσει στο επίπεδο του α’ τριμήνου του 2008 το α’ τρίμηνο του 2033.
Η κατανάλωση έχει σταθεροποιηθεί σε ένα επίπεδο χαμηλότερο κατά 24 ποσοστιαίες μονάδες από το αντίστοιχο του α’ τριμήνου του 2008.
Το επίπεδό της δεν θα είναι διατηρήσιμο δεδομένων των επικείμενων μέτρων λιτότητας και αν δεν υπάρξει ένα ισχυρό σοκ απασχόλησης και εισοδημάτων στην οικονομία.
Ο όγκος των εξαγωγών σε πραγματικούς όρους απέχει πολύ από το να καταστούν αυτές βασικός αναπτυξιακός μοχλός της οικονομίας. Η αύξηση του όγκου τους δεν μεταφράζεται σε διατηρήσιμο εμπορικό πλεόνασμα λόγω της μεγάλης εξάρτησης της εγχώριας παραγωγής από τις εισαγωγές και, επομένως, δεν αντανακλά κάποια ουσιαστική μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα νέο, πιο εξωστρεφές μοντέλο ανάπτυξης.
Παρατηρούνται υψηλά ποσοστά υποαπασχόλησης, η οποία κατά τη διάρκεια της κρίσης έχει σχεδόν τριπλασιαστεί (από 99 χιλιάδες εργαζομένους το 2008 σε 267 χιλιάδες το 2017), και απογοητευμένων ανέργων, που επίσης υπερτριπλασιάζονται (από 37 χιλιάδες σε 109 χιλιάδες) την αντίστοιχη περίοδο.
Η σημαντική αύξηση των επισφαλών θέσεων εργασίας επηρεάζει τη μεταβολή των μισθών, καθώς ο μέσος μισθός των απασχολουμένων με μερική απασχόληση ήταν το 2016 397,67 ευρώ. Η εξέλιξη αυτή επιφέρει σοβαρές μακροοικονομικές επιπτώσεις, καθώς ουσιαστικά λειτουργεί ως κρυφός μηχανισμός λιτότητας.
Επιπλέον, σύμφωνα με τα στοιχεία της EU-SILC για το 2015, το 34,7% των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση και το 42,13% των εργαζομένων με μερική απασχόληση λαμβάνουν μισθό χαμηλότερο του κατώτατου
. Το γεγονός ότι ένας αυξανόμενος αριθμός εργαζομένων κινείται γύρω και κάτω από το όριο της φτώχειας είναι ένδειξη της εύθραυστης κατάστασης της ελληνικής κοινωνίας.
Το οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου οι έμμεσοι φόροι αντιπροσώπευαν το 54,4% των καθαρών εσόδων του κράτους έναντι 50,7% το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι.
Ο στόχος του 2% χαρακτηρίζεται από έλλειψη μεσομακροπρόθεσμης βιωσιμότητας. Για να συμβάλει στην ανάκτηση της φερεγγυότητας της χώρας, προϋποθέτει μέτρα αναδιάρθρωσης του χρέους που θα διασφαλίζουν ετήσιες πληρωμές τόκων χαμηλότερες του 2% του ΑΕΠ.
