Βελτιώνεται το δανειακό χαρτοφυλάκιο των τραπεζών, ωστόσο το καμπανάκι συνεχίζει να χτυπάει για τα «κόκκινα» δάνεια. Σύμφωνα με έκθεση της Τραπέζης της Ελλάδος για τους Επιχειρησιακούς Στόχους των τραπεζών (Ιούνιος 2017), τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (MEA/NPEs) ανέρχονται σε 101,84 δισ. ευρώ ή 1,6 δισ. ευρώ χαμηλότερα από το ποσό-στόχο που έχει τεθεί.
Ωστόσο, στο μέτωπο των «κόκκινων» δανείων οι τράπεζες απέκλιναν του στόχου μείωσής τους κατά 400 εκατ. ευρώ και πλέον αυτά διαμορφώνονται στα 72,8 δισ. ευρώ.
Το γεγονός ότι τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs), δηλαδή τα δάνεια με καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών και αυτά που είναι αβέβαιο ότι θα εισπραχθούν χωρίς τη ρευστοποίηση εξασφάλισης, μειώθηκαν πολύ περισσότερο από το προβλεπόμενο οφείλεται στο ότι δάνεια που ήταν στην… επικίνδυνη ζώνη ρυθμίστηκαν ώστε να μην «κοκκινίσουν». Ετσι οι τράπεζες έχουν «μαξιλάρι» 1,6 δισ. ευρώ έναντι του στόχου μείωσης.
Αντίθετα, η εικόνα στα «κόκκινα» δάνεια (ΝPLs) καταδεικνύει ότι οι τράπεζες δεν προχωρούν σε πιο γενναίες διαγραφές στις περιπτώσεις αποδεδειγμένης αδυναμίας του δανειολήπτη, ούτε ρυθμίζουν τα υπόλοιπα αυτών των δανείων με μικρότερο επιτόκιο, ιδιαίτερα σε καταναλωτικά δάνεια με πολύ υψηλά επιτόκια (π.χ. πιστωτικές κάρτες). Φαίνεται εξάλλου να βάζουν εμπόδια και στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης επιχειρηματικών οφειλών.
Οπως σημειώνεται στην έκθεση της ΤτΕ, ο τριμηνιαίος δείκτης αθέτησης (default rate) παρέμεινε σε επίπεδα άνω του 2%, ξεπερνώντας τον ρυθμό αποκατάστασης της τακτικής εξυπηρέτησης δανείων (cure rate) και καθιστώντας τις εκτεταμένες διαγραφές δανείων το σημαντικότερο μέσο μείωσης των ΜΕΑ.
Οι διαγραφές δανείων ανήλθαν σε 1,9 δισ. ευρώ για το δεύτερο τρίμηνο, αγγίζοντας τα 3,3 δισ. ευρώ για το πρώτο μισό του έτους. Οι σημαντικότερες εισροές ΜΕΑ για το δεύτερο τρίμηνο παρατηρήθηκαν στο στεγαστικό χαρτοφυλάκιο, αλλά αντισταθμίστηκαν από τον υψηλό ρυθμό αποκατάστασης της τακτικής εξυπηρέτησης δανείων στο εν λόγω χαρτοφυλάκιο.
Η μείωση των ΜΕΑ που προήλθε από εισπράξεις, ρευστοποιήσεις και πωλήσεις ήταν περιορισμένη. Οπως προαναφέρθηκε, τον κυριότερο παράγοντα μείωσης αποτέλεσαν οι διαγραφές, ιδιαίτερα στο επιχειρηματικό και το καταναλωτικό χαρτοφυλάκιο.
Αξιοσημείωτο είναι το ποσοστό των ΜΕΑ που τελεί σε καθεστώς αίτησης για υπαγωγή σε νομική προστασία. Στο σύνολο των χαρτοφυλακίων το 15% των ΜΕΑ τελεί υπό καθεστώς αίτησης για υπαγωγή σε νομική προστασία, ενώ στο στεγαστικό το ποσοστό ξεπερνά το 30%.
Ο δείκτης ΜΕΑ παραμένει υψηλός στα περισσότερα χαρτοφυλάκια. Στο τέλος του Ιουνίου του 2017, ο δείκτης ΜΕΑ άγγιζε το 42,7% για το στεγαστικό, το 53,6% για το καταναλωτικό και το 44,4% για το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο.
Στο επιχειρηματικό η μεγαλύτερη συγκέντρωση ΜΕΑ παρατηρείται στο χαρτοφυλάκιο των ελεύθερων επαγγελματιών και πολύ μικρών επιχειρήσεων (δείκτης ΜΕΑ: 67,8%), καθώς και στο χαρτοφυλάκιο των Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων (ΜΜΕ – δείκτης ΜΕΑ: 59,8%).
Σταθερά καλύτερες επιδόσεις παρατηρούνται στο χαρτοφυλάκιο των μεγάλων επιχειρήσεων (δείκτης ΜΕΑ: 25,0%) και στα ναυτιλιακά δάνεια (δείκτης ΜΕΑ: 36,8%).
Η κάλυψη από προβλέψεις σε επίπεδο συστήματος έχει μειωθεί περαιτέρω, αγγίζοντας το 48,3% τον Ιούνιο του 2017, από 49,1% τον Μάρτιο, κυρίως λόγω των εκτεταμένων διαγραφών της περιόδου. Εφόσον συμπεριληφθεί στις προβλέψεις και η αξία των εξασφαλίσεων (με ανώτατη αξία το υπόλοιπο του δανείου προ προβλέψεων απομείωσης), η κάλυψη των ΜΕΑ που επιτυγχάνεται είναι σχεδόν πλήρης.
