Η αποδοχή της γαλλικής πρότασης από τη Γερμανία ως δεσμευτικό πλαίσιο συμφωνίας για τη βιωσιμότητα του χρέους και η εξειδίκευσή της αργότερα θα άναβαν το «πράσινο φως» για την ένταξη των ελληνικών τίτλων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Ωστόσο, όπως υπογραμμίζουν πηγές που γνωρίζουν τα τεκταινόμενα και το παρασκήνιο, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, περιμένουν το ανακοινωθέν του αυριανού Eurogroup ώστε να το αξιολογήσουν και να καθορίσουν την περαιτέρω στάση τους.
«Ολα θα κριθούν από τη σαφήνεια των διατυπώσεων», σημειώνουν οι ίδιες πηγές, κρατώντας μικρό καλάθι και γνωρίζοντας ότι ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών μπορεί να επιφυλάσσει εκπλήξεις.
Η αισιοδοξία που εξέφρασε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε αποτελεί ισχυρή ένδειξη για συμφωνία, όχι όμως για το περιεχόμενό της και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που θα έχει.
Οσο πιο σαφής είναι η διατύπωση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους τόσο πιο εύκολα θα δρομολογηθούν οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι στη Φρανκφούρτη ετοιμάζονται πυρετωδώς σε τεχνικό επίπεδο για το καλό σενάριο, δηλαδή την ένταξη στο QE, το οποίο ωστόσο θα ενεργοποιηθεί αν το ανακοινωθέν του Eurogroup δεσμεύει τους θεσμούς ότι θα λάβουν αποφάσεις που θα καθιστούν βιώσιμο το ελληνικό χρέος.
Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, ο οποίος συναντήθηκε προχθές με τον Γάλλο υπουργό Οικονομικών Μπρουνό Λε Μερ.
Και μπορεί να μην έγιναν δηλώσεις, να μη διέρρευσε το περιεχόμενο της συζήτησης, θεωρείται όμως κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι τέθηκε και το θέμα της ποσοτικής χαλάρωσης.
Ο Μπενουά Κερέ, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, με την τελευταία του τοποθέτηση έστειλε σαφές μήνυμα ότι για την ελληνική οικονομία δεν υπάρχει περιθώριο για ακόμα έναν χαμένο χρόνο.
Η παρελκυστική πολιτική του Βερολίνου και οι καθυστερήσεις έχουν αρνητικό αντίκτυπο στις καταθέσεις των τραπεζών, τις επενδύσεις και τη ρευστότητα, την ώρα που η Ελλάδα καλείται να συνεχίσει τη σφιχτή δημοσιονομική πολιτική.
Στην πραγματικότητα, η ΕΚΤ με αφορμή το ελληνικό ζήτημα θα ήθελε αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής της Ε.Ε. καθώς περιορίζονται σημαντικά τα οφέλη της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.
Η ΕΚΤ «πλημμύρισε» με ρευστότητα τις ευρωπαϊκές τράπεζες, δυστυχώς χωρίς γνώμονα πού υπάρχει ανάγκη, με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, αλλά δεν βρήκε συμπαραστάτη τη βούληση για δημόσιες επενδύσεις.
Αντίθετα έχει απέναντί της τη σφιχτή δημοσιονομική πολιτική των Βρυξελλών που εφαρμόζουν 19 Υπουργεία Οικονομικών.
Το πάθος για τα πλεονάσματα που επιδεικνύει μέχρι τώρα η ευρωζώνη, εξηγούν οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, δεν οδηγεί πουθενά καθώς αυτά δεν δημιουργούνται λόγω της ανάπτυξης αλλά λόγω της σκληρής, γερμανικής εμπνεύσεων λιτότητας.
