Ακριβότερη -και σαφώς πιο δύσκολη- θα είναι η έξοδος της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές, εφόσον η κυβέρνηση την επιχειρήσει χωρίς την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (QΕ).
Τα επιτόκια που θα κληθεί να πληρώσει η χώρα θα είναι πολύ πιο υψηλά σε σχέση με αυτά που θα κατέβαλλε εάν μετείχε στο QE.
Η είδηση από μόνη της φτάνει και περισσεύει για να ενισχύσει τις ανησυχίες στην αγορά αναφορικά με την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Και επειδή οι αγορές αντιδρούν νευρικά, τα σενάρια και οι φήμες θα αντικατοπτριστούν στο τελικό επιτόκιο δανεισμού.
Για να γίνει πιο αντιληπτή η αύξηση στο κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους αρκεί να αναφέρουμε ότι στην Πορτογαλία, που βγήκε από το Μνημόνιο την άνοιξη του 2014 και συμμετέχει στο QE, το επιτόκιο δανεισμού στο δεκαετές ομόλογο έχει σκαρφαλώσει κοντά στο 4%.
Στην περίπτωση της Ελλάδας το επιτόκιο δεν θα μείνει εκεί, θα πάει πολύ πιο πάνω, όπως συνέβη το 2014 με τη δοκιμαστική έξοδο στις αγορές επί πρωθυπουργίας Αντώνη Σαμαρά.
Ηταν καλοκαίρι του 2014 όταν ο τότε πρωθυπουργός επιχείρησε να αλλάξει το κλίμα έτσι ώστε μέσω μικρών ομολογιακών εκδόσεων η χώρα να μπορέσει να επιστρέψει στην κανονικότητα.
Σ’ αυτό το πλαίσιο ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους προχώρησε στην έκδοση τριετούς ομολόγου ύψους 1,5 δισ. ευρώ το οποίο ωριμάζει φέτος τον Ιούλιο.
Εμεινε στην Ιστορία ως «ομόλογο του Σαμαρά» με το επιτόκιο δανεισμού να διαμορφώνεται στο 3,5%, ενώ 4,95% πλήρωσε το Ελληνικό Δημόσιο στους «λύκους» των αγορών για το πενταετές ομόλογο που εκδόθηκε τον Απρίλιο του ίδιου έτους.
Τρία χρόνια μετά και υπάρχει κίνδυνος το έργο να παιχτεί σε επανάληψη. Η κυβέρνηση είχε καλλιεργήσει την εντύπωση ότι με την ολοκλήρωση της β’ αξιολόγησης αυτομάτως η Ελλάδα θα ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, το οποίο με τη σειρά του θα αποκλιμακώσει θεαματικά το κόστος δανεισμού και θα επιτρέψει την επάνοδο της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές.
Σε χθεσινές του δηλώσεις ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος έδωσε μια νέα διάσταση αφήνοντας να εννοηθεί ότι «υπάρχει ζωή και χωρίς το QE».
«Ολοι θέλουν λύση»
«Και χωρίς το QE δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν θα έχει πρόσβαση στις αγορές» δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών. Ωστόσο, εξέφρασε την αισιοδοξία ότι η ΕΚΤ θα δράσει ανεξάρτητα από το τι θα αποφασίσει το ΔΝΤ σε σχέση με τη βιωσιμότητα του χρέους, ώστε να διευκολύνει τα σχέδια της ελληνικής κυβέρνησης να βγει στις αγορές. Σύμφωνα με τον ίδιο «η ελληνική πλευρά αισθάνεται ότι έχει κάνει τη δουλειά της. Η μπάλα είναι στο γήπεδο των εταίρων και δεν υπάρχουν πλέον δικαιολογίες».
Ερωτηθείς για τη στάση του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στο τελευταίο Eurogroup απάντησε ως εξής:
«Νομίζω ότι ο Γερμανός υπουργός των Οικονομικών όπως και όλοι οι άλλοι υπουργοί θέλουν μια λύση. Κανείς δεν θέλει η Ελλάδα να χρεοκοπήσει και περισσότερο από όλους ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Είμαι σίγουρος ότι εργάζεται για μια λύση παρά τα όσα είπε στο Eurogroup της 22ας Μαΐου».
