Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δύο σοβαρές παρατηρήσεις έχουν καταθέσει οι τραπεζίτες για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό των επιχειρηματικών οφειλών ώστε να μη γίνει «εργαλείο» για στρατηγικούς κακοπληρωτές, αλλά και να μη δώσει «δεύτερη ευκαιρία» σε οφειλέτες με υπερχρεωμένες επιχειρήσεις αλλά φουσκωμένους προσωπικούς λογαριασμούς.

Ειδικότερα, η Ελληνική Ενωση Τραπεζών (ΕΕΤ) σε υπόμνημά της προς την Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων για το νομοσχέδιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού, το οποίο αναμένεται να ψηφιστεί στα τέλη του μήνα, επισημαίνει τον κίνδυνο να δημιουργηθούν εικονικές απαιτήσεις ώστε να δημιουργείται ευνοϊκή πλειοψηφία προς τον οφειλέτη ώστε να ενταχθεί στις ρυθμίσεις του εξωδικαστικού συμβιβασμού.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά την υποχρέωση του οφειλέτη να γνωστοποιήσει τα περιουσιακά του στοιχεία και τις σχετικές συναλλαγές που έχουν γίνει τους τελευταίους 24 μήνες.

Η Ενωση προτείνει να αυξηθεί στα 5 χρόνια η περίοδος αυτή και να αναφέρεται ρητά ότι η υποχρέωση αυτή αφορά και τραπεζικές καταθέσεις, άυλα περιουσιακά στοιχεία κ.λπ., τηρούμενα στην Ελλάδα ή σε οποιαδήποτε χώρα της αλλοδαπής.

Σε κάθε περίπτωση οι τραπεζίτες τονίζουν ότι το νομοσχέδιο για τον εξωδικαστικό μηχανισμό θα πρέπει να ικανοποιεί τόσο την ασφάλεια όσο και την ταχύτητα της διαδικασίας.

Αποψη την οποία συμμερίζεται και η κυβέρνηση αλλά και όλοι οι εμπλεκόμενοι και δυνητικά ωφελούμενοι.

Οι παρατηρήσεις της ΕΕΤ αλλά και των άλλων φορέων θα συζητηθούν, σύμφωνα με πληροφορίες, σε ευρεία σύσκεψη που θα πραγματοποιηθεί την προσεχή Δευτέρα.

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά το πρώτο ζήτημα, αυτό των εικονικών απαιτήσεων, η Ελληνική Ενωση Τραπεζών υπογραμμίζει ότι δεν προβλέπεται καμία διαδικασία ελέγχου ή επαλήθευσης των απαιτήσεων που καταγράφονται στην κατάσταση των πιστωτών και συμμετέχουν στον εξωδικαστικό συμβιβασμό.

Οι αρμοδιότητες ελέγχου του συντονιστή σε αυτό το επίπεδο, όπως υπογραμμίζει στο υπόμνημά της η Ενωση, είναι μάλλον τυπικού χαρακτήρα και ελέγχεται μόνο η πληρότητα του φακέλου.

«Η εμπειρία από παρεμφερείς διαδικασίες του προϊσχύοντος πλαισίου έχει δείξει ότι η προβολή εικονικών απαιτήσεων αποτελούσε συνήθη τρόπο για τον σχηματισμό πλειοψηφιών ευνοϊκών προς τον οφειλέτη (βλ. λ.χ. το άρθρο 44 Ν. 1892/1990, το οποίο επίσης προέβλεπε την επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης με την πλειοψηφία του 60% των πιστωτών του οφειλέτη και του 40% των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών)», αναφέρει η Ενωση.

Στην πράξη θα πρέπει να αποτραπεί το φαινόμενο μια επιχείρηση να εμφανίζει έναν ή περισσότερους «δήθεν» πιστωτές που κατέχουν το 40% – 60% των οφειλών και να συμπαρασύρουν και τους υπόλοιπους πραγματικούς πιστωτές σε μια ευνοϊκή για τον οφειλέτη ρύθμιση.

Η Ενωση παραδέχεται ότι ένα εκτεταμένο στάδιο προληπτικού ελέγχου των απαιτήσεων θα δημιουργούσε σημαντικές καθυστερήσεις στη διαδικασία και για τον λόγο αυτό προτείνει να προστεθεί στα δικαιολογητικά της αίτησης υπαγωγής, η κατάθεση βεβαίωσης υπογεγραμμένη από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή ή από Ελεγκτική Εταιρεία, όπως ορίζονται στο Ν. 4449/2017, οι οποίοι θα βεβαιώνουν την ακρίβεια και την εγκυρότητα της κατάστασης πιστωτών.

Αν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, η ανωτέρω βεβαίωση μπορεί να χορηγείται και από ελεγκτή πτυχιούχο ανώτατης σχολής, που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΟΕΕ) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α’ τάξεως.

Για τη γνωστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων, η ΕΕΤ ζητάει να ενισχυθούν οι υποχρεώσεις του οφειλέτη.

Περιουσιακά στοιχεία

Σύμφωνα με το Σχέδιο Νόμου, ο οφειλέτης πρέπει να υποβάλει κατάλογο των περιουσιακών του στοιχείων με αναφορά στην εμπορική τους αξία.

Περαιτέρω, προβλέπει ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να συμπεριλάβει στην αίτηση:

(α) δήλωση για μεταβίβαση ή επιβάρυνση περιουσιακών στοιχείων εντός των τελευταίων 5 ετών από την υποβολή της αίτησης,

(β) δήλωση για τη διενέργεια συναλλαγών, εκτός των τρεχουσών συναλλαγών της επιχείρησης, εντός των τελευταίων 24 μηνών από την υποβολή της αίτησης.

Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει η ΕΕΤ, η αναφορά του Σχεδίου Νόμου σε «περιουσιακά στοιχεία» και σε «μεταβίβαση» κ.λπ. παραπέμπει μάλλον σε ακίνητη περιουσία και για τον λόγο αυτό οι τραπεζίτες ζητούν να υπάρχει ρητή αναφορά σε τραπεζικές καταθέσεις, χρεόγραφα, άυλες κινητές αξίες κ.λπ. τηρούμενα σε Ελλάδα και εξωτερικό και μάλιστα για 5 χρόνια πριν από την υποβολή αίτησης.

«Αυτή η παρατήρηση συμβαδίζει και με τους εκτεταμένους ελέγχους που διενεργεί το Δημόσιο για τη φοροδιαφυγή, αλλά και με την επί μακρόν εξυπηρέτηση δανειακών υποχρεώσεων», τονίζεται στο υπόμνημα.

Στην πραγματικότητα αυτό που ζητούν οι τράπεζες είναι να μην ωφεληθούν επιχειρηματίες που μετέτρεψαν τα δάνεια τους σε καταθέσεις στο εξωτερικό, αλλά να αποκαλυφθούν τα περιουσιακά στοιχεία ώστε να πληρωθούν οι πιστωτές.

«Η έλλειψη αυστηρών ρυθμίσεων παρέχει δυνατότητες εκμετάλλευσης του εξωδικαστικού συμβιβασμού από κακόπιστους οφειλέτες και δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος των επιχειρήσεων που υπήρξαν διαχρονικά συνεπείς στην εξυπηρέτηση των οφειλών τους», όπως υπογραμμίζεται.