Την πρότασή της για τη σταδιακή δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος ασφάλισης των τραπεζικών καταθέσεων κατέθεσε χθες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά οι Γερμανοί την απέρριψαν πάραυτα.
Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων (EDIS) έχει στόχο την προστασία των καταθετών σε ευρωπαϊκό επίπεδο και αποτελεί το τρίτο στάδιο της τραπεζικής ένωσης μετά τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) και τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης (SMR).
Σύμφωνα με την πρόταση της Κομισιόν, το EDIS:
α. Θα βασίζεται στο υφιστάμενο σύστημα, το οποίο απαρτίζεται από τα εθνικά συστήματα εγγύησης καταθέσεων (DGS) που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Οι ιδιώτες καταθέτες θα συνεχίσουν να έχουν το ίδιο επίπεδο προστασίας (100.000 ευρώ).
β. Θα εισαχθεί σταδιακά.
γ. Η συνεισφορά των τραπεζών σε αυτό θα μπορεί να αφαιρείται από τις συνεισφορές τους στα εθνικά συστήματα εγγύησης καταθέσεων.
δ. Θα είναι σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο και οι τράπεζες με υψηλότερο βαθμό ρίσκου θα συνεισφέρουν περισσότερο.
ε. Θα ασφαλίζει μόνο τα εθνικά συστήματα που έχουν συσταθεί και συμμορφώνονται στους ευρωπαϊκούς κανόνες.
στ. Θα είναι υποχρεωτικό για όλα τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης των οποίων οι τράπεζες καλύπτονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό ενώ θα είναι ανοιχτό και σε όσα κράτη-μέλη της Ε.Ε. επιθυμούν να ενταχθούν στην τραπεζική ένωση.
ζ. Θα συνοδεύεται από σχετική ανακοίνωση μέτρων για τη μείωση των κινδύνων, όπως μελλοντικές προτάσεις που θα διασφαλίζουν ότι η έκθεση των τραπεζών σε μεμονωμένους κινδύνους δημοσίου χρέους είναι επαρκώς διαφοροποιημένη. Η υλοποίησή του προβλέπεται να γίνει από τα μέσα του 2017 έως το 2024 σε τρεις φάσεις:
1. Αντασφάλιση: Στη φάση αυτή, που θα διαρκέσει από το 2017 έως το 2020, τα εθνικά DGS θα έχουν πρόσβαση στα κεφάλαια του EDIS μόνο εφόσον έχουν εξαντλήσει το σύνολο των ιδίων πόρων τους και συμμορφώνονται με τη σχετική γι’ αυτά κοινοτική οδηγία.
Η χορήγηση κεφαλαίων από το EDIS στα εθνικά συστήματα θα έχει όριο και θα υπάρχουν διασφαλίσεις για το πότε ένα εθνικό σύστημα μπορεί να έχει πρόσβαση στο EDIS.
Τα κεφάλαια του τελευταίου θα χορηγούνται μόνον όταν έχουν εφαρμοστεί πλήρως από το κράτος-μέλος οι σχετικοί κανόνες της οδηγίας που αφορά την εγγύηση των καταθέσεων.
Κάθε χρήση κεφαλαίων του EDIS θα παρακολουθείται στενά και σε περίπτωση παράτυπης λήψης αυτών τα εν λόγω κεφάλαια θα πρέπει να επιστραφούν στο ακέραιο.
Αυτό το βήμα αναμένεται ότι θα αποδυναμώσει την αλληλεξάρτηση μεταξύ τραπεζών και δημόσιου χρέους.
2. Συνασφάλιση: Το 2020 το EDIS θα μετεξελιχθεί από σύστημα αντασφάλισης σε σύστημα συνασφάλισης. Στην εν λόγω φάση τα εθνικά συστήματα δεν υποχρεούνται να έχουν εξαντλήσει τους ιδίους πόρους πριν στραφούν στα κεφάλαια του EDIS.
Το σύστημα EDIS θα έχει τη δυνατότητα να συνεισφέρει σε μέρος του κόστους από τη στιγμή που καθίσταται αναγκαία η αποζημίωση των καταθετών.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα επιτευχθεί υψηλότερος βαθμός επιμερισμού του κινδύνου μεταξύ των εθνικών συστημάτων. Το ποσοστό του κόστους που θα καλύψει το EDIS θα ξεκινά από σχετικά χαμηλό επίπεδο (20%) και θα αυξάνεται σε βάθος τετραετίας.
3. Πλήρης ασφάλιση από το 2024: Με τη σταδιακή αύξηση του ποσοστού κινδύνου που αναλαμβάνει το EDIS στο 100%, τα εθνικά DGS θα ασφαλίζονται πλήρως από αυτό. Το ίδιο έτος προβλέπεται η πλήρης εφαρμογή του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και των απαιτήσεων της τρέχουσας οδηγίας σχετικά με την εγγύηση των καταθέσεων.
Πάντως η πρόταση της Επιτροπής προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Γερμανίας, η οποία μποϊκοτάρει σε σχεδόν μόνιμη βάση τη διαδικασία της τραπεζικής ενοποίησης, προκειμένου να μη βρεθεί στη θέση να συνεισφέρει για την αποζημίωση καταθετών που δεν είναι πελάτες τραπεζών της.
Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε τόνισε μετά τη δημοσιοποίηση της πρότασης στην «Bild» ότι πριν γίνει κουβέντα για ένα ευρωπαϊκό σύστημα εγγύησης των καταθέσεων θα πρέπει να καταστεί ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας ανθεκτικός.
«Το να κοινοτικοποιούμε απλώς τους κινδύνους δεν αποφέρει τίποτα ενώ ανταμείβει μόνο εκείνους που δεν καταβάλλουν προσπάθεια. Οι γερμανικές καταθέσεις αποταμίευσης προστατεύονται κατά τον καλύτερο τρόπο και σ’ αυτό δεν επιτρέπεται να αλλάξει τίποτα», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Σόιμπλε.
