Ποιος να το περίμενε. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο που πριν από 14 χρόνια μάς έβαλε μαζί με τον μακαρίτη πια Γερμανό υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε τα δύο πόδια σ’ ένα παπούτσι καταδικάζοντάς μας σε πολυετή αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, αδιαφορώντας για την εκτόξευση της φτώχειας και της εξαθλίωσης, το Ταμείο που για να δανείσει σήμερα στις υπερχρεωμένες χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου συνεχίζει να θέτει ως απαράβατο όρο τη σκληρή λιτότητα, τις περικοπές ζωτικών δαπανών και τη μείωση των δημόσιων ελλειμμάτων, ζητά από έναν άλλο παγκόσμιο θιασώτη δημοσιονομικής «σύνεσης», τη Γερμανία, να… σηκώσει το πόδι από το φρένο χρέους, αυξάνοντας τις δημόσιες δαπάνες.
Σε σχετική έκθεσή του, το ΔΝΤ υποστηρίζει ότι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης αντιμετωπίζει έντονες πιέσεις για αύξηση των δαπανών και θα έπρεπε να εξετάσει το ενδεχόμενο χαλάρωσης του φρένου χρέους. Το τελευταίο, έμπνευσης Σόιμπλε, θεσπίστηκε το 2009 και υποχρεώνει τις γερμανικές κυβερνήσεις σε συνετή διαχείριση των δημόσιων οικονομικών έτσι ώστε το έλλειμμα να μην ξεπερνά το 0,35% του ΑΕΠ. Επί της ουσίας το φρένο χρέους -που ο Σόιμπλε φρόντισε να κατοχυρώσει συνταγματικά έτσι ώστε να είναι δύσκολο να αναιρεθεί- υποχρεώνει τις κυβερνήσεις να ψηφίζουν και να δρουν στο πλαίσιο ισοσκελισμένων προϋπολογισμών.
Η εφαρμογή του φρένου χρέους ανεστάλη εκτάκτως στην περίοδο 2020-2023 εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού και του πολέμου στην Ουκρανία. Η επανάληψη της εφαρμογής του φέτος -μια χρονιά κατά την οποία η γερμανική οικονομία προβλέπεται να βαδίσει στα όρια στασιμότητας και ύφεσης- πυροδότησε αρκετές αντιδράσεις από οικονομικούς θεσμούς της Γερμανίας, όπως η Bundesbank και οι «5 σοφοί» (τα πέντε κορυφαία οικονομικά ινστιτούτα της χώρας), που ζήτησαν μεταρρύθμιση των κανόνων και αύξηση του παραπάνω ποσοστού για το δημόσιο έλλειμμα.
Το ΔΝΤ συμφωνεί στην ανάλυσή του υπογραμμίζοντας ότι το επίπεδο που έχει οριστεί για το φρένο χρέους της Γερμανίας είναι σχετικά αυστηρό. Θεωρεί δε ότι το ετήσιο όριο του καθαρού δανεισμού θα μπορούσε να χαλαρώσει κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ, χωρίς να ανατραπεί η πτωτική τάση του λόγου χρέους/ΑΕΠ. Μια τέτοια αλλαγή, επισημαίνει στην έκθεσή του, θα προσέφερε περισσότερο χώρο για την υλοποίηση «πολύ αναγκαίων» δημόσιων επενδύσεων.
Υπέρ της μεταρρύθμισης του φρένου χρέους έχουν ταχθεί τόσο οι Σοσιαλδημοκράτες του καγκελάριου Ολαφ Σολτς όσο και οι Πράσινοι που συμμετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό. Αντίθετα εναντίον τάσσονται το τρίτο κόμμα που συμμετέχει στην κυβέρνηση, το Κόμμα των Ελευθέρων Δημοκρατών του νεοφιλελεύθερου υπουργού Οικονομικών Κρίστιαν Λίντνερ, και οι συντηρητικοί Χριστιανοδημοκράτες. Για να αλλάξουν οι κανόνες θα χρειαστεί πλειοψηφία 2/3 τόσο στην Ανω όσο και στην Κάτω Βουλή του Κοινοβουλίου.
