Περίπου 1,2 εκατομμύρια «πειραγμένα» Volkswagen έχουν πουληθεί στη Βρετανία, ένα εκατομμύριο στη Γαλλία, 148.000 στη Τσεχία και πάει λέγοντας… Με τους εισαγγελείς να εξετάζουν εάν θα ανοίξουν έρευνα και εναντίον της Audi, η κρίση για τον γερμανικό κολοσσό διογκώνεται μέρα με τη μέρα.
Επαναλαμβάνοντας ότι όλα τα αυτοκίνητά της είναι ασφαλή και αξιόπιστα στον δρόμο, η εταιρεία έχει ανακοινώσει ότι «βήμα βήμα»θα αρχίσει να επικοινωνεί με τους πελάτες της προκειμένου να διορθωθεί το πρόβλημα σε εξουσιοδοτημένα συνεργεία.
Ωστόσο πολλοί καταναλωτές ανά τον κόσμο ετοιμάζονται να στραφούν εναντίον της, με τις πρώτες μηνύσεις να έχουν ήδη κατατεθεί στη Σεούλ της Νότιας Κορέας.
«Οι πελάτες μας δεν θα είχαν ποτέ αγοράσει Volkswagen εάν γνώριζαν τα πραγματικά αποτελέσματα των ελέγχων εκπομπής ρύπων», δήλωσε εκπρόσωπος της νομικής εταιρείας Barun Law, ο οποίος θεωρεί ότι η συμπεριφορά της εταιρείας αποτελεί αισχροκέρδεια από ποινικής απόψεως.
Αναμένεται ότι οι ενάγοντες θα ζητήσουν την ακύρωση της αγοράς του αυτοκινήτου τους, επιστροφή του τιμήματος, καθώς και την καταβολή αποζημίωσης ανάλογα με την παλαιότητα του οχήματος. Περί τα 59.000 αυτοκίνητα της Volkswagen εξοπλισμένα με το επίμαχο λογισμικό κυκλοφορούν στη Νότια Κορέα.
Ο Σόιμπλε, η VW και η πολιτική ελίτ
Σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές στον όμιλο Volkswagen, έπειτα από το σκάνδαλο Dieselgate, δήλωσε σε γερμανική εφημερίδα ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, υποστηρίζοντας ότι η κρίση δεν απειλεί τη γερμανική οικονομία ή τη Γερμανία ως επενδυτικό προορισμό. «Στο τέλος τίποτε δεν θα θυμίζει την παλιά VW», είπε, «θα βγούμε ισχυρότεροι από αυτή την κρίση. Διδασκόμαστε από τις κρίσεις».
Η αλήθεια είναι πάντως ότι ο όμιλος ήταν και είναι σύμβολο της γερμανικής επιχειρηματικότητας και διαπλεκόμενος επί δεκαετίες με την πολιτική. Κι αυτό διασφαλίστηκε με τον νόμο -γνωστό εν συντομία ως «VW-Gesetz»- που τέθηκε σε ισχύ στις 28 Ιουλίου του 1960 όταν ιδιωτικοποιήθηκε η εταιρεία και ο οποίος προέβλεπε ότι το κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας -όπου έχει το αρχηγείο της η εταιρεία – θα είχε δύο έδρες στο Διοικητικό Συμβούλιο και θα διατηρούσε το 20,2% των δικαιωμάτων ψήφου, με αποτέλεσμα να έχει βέτο σε όλες τις μεγάλες αποφάσεις και να εμποδίζει εξαγορές από άλλους μετόχους.
Παρότι το Βερολίνο υποχρεώθηκε να τροποποιήσει στον νόμο, στην ουσία κατάφερε να διατηρήσει το προνόμιο του βέτο για το κράτος.
«Δεν είναι μυστικό ότι η VW έχει μια ιδιαίτερη στη γερμανική οικονομικο-πολιτική σκηνή» γράφει ο Τιμ Κινγκ στο Politico.
«Ο νόμος για τη VW έδινε στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και στην κυβέρνηση της Κάτω Σαξονίας ειδικά προνόμια, όπως έδρες στο Εποπτικό Συμβούλιο του ομίλου. Το 2001 η Κομισιόν έθεσε θέμα για τη μετοχική δομή της VW, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι συμβατή με τους κανόνες της κοινής αγοράς και της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων. Ωστόσο η γερμανική κυβέρνηση υπό τον σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ αντιστάθηκε σθεναρά στις πιέσεις των Βρυξελλών… και παρότι η Κομισιόν κέρδισε δικαστικές υποθέσεις κατά του Βερολίνου, υποχρεώνοντας την κυβέρνηση να προχωρήσει σε κάποιες αλλαγές, οι σχέσεις της VW με τη γερμανική πολιτική ελίτ παραμένουν και σήμερα στενές».
Για παράδειγμα ο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, ο σημερινός Σοσιαλδημοκράτης αντικαγκελάριος, ήταν μέλος του Συμβουλίου της VW ως πρωθυπουργός της Κάτω Σαξονίας, όπως και ο επίσης Σοσιαλδημοκράτης πρώην καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ και ο Ντέιβιντ Μακ Αλιστερ, που ήταν επίσης πρωθυπουργός στην Κάτω Σαξονία την τριετία 2010-2013 και σήμερα είναι ευρωβουλευτής της κεντροδεξιάς.
Η στενή σχέση της πολιτικής ελίτ με τη VW τελικά «μόλυνε» και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή -γράφει ο Κινγκ- ειδικά το 2004 όταν ο τότε πρόεδρος της Μανουέλ Μπαρόζο υπέκυψε στις γερμανικές απαιτήσεις και παρέδωσε το χαρτοφυλάκιο της βιομηχανίας στον Γκίντερ Φερχόιγκεν, που πάλεψε να διασφαλίσει ότι τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος δεν θα βλάψουν «την ανταγωνιστικότητα» της ευρωπαϊκής -και κυρίως της γερμανικής- αυτοκινητοβιομηχανίας.
