Η προστασία της ιδιωτικότητας και της ασφάλειας στις τηλεπικοινωνίες και η κρίση του αυξημένου κόστους ζωής είναι οι δύο κορυφαίες προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι εταιρείες του κλάδου και το 2024, σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του διεθνούς ελεγκτικού και συμβουλευτικού οίκου E.Y. (Ernst & Young).
Η βασική διαφορά με την περσινή λίστα των «10 κορυφαίων κινδύνων για τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών» είναι ότι τα ζητήματα κυβερνοασφάλειας και προστασίας των δεδομένων πέρασαν στην πρώτη θέση, εκτοπίζοντας στη δεύτερη τα ζητήματα της ακρίβειας. Μολονότι έχει αυξηθεί το ποσοστό των καταναλωτών που ανησυχούν για τις αυξήσεις τιμών, ο παράγοντας που αλλάζει φέτος το παιχνίδι είναι η δυναμική είσοδος της παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης (Generative AI) και οι ανησυχίες που προκύπτουν.
Σύμφωνα με παγκόσμια έρευνα της Ε.Υ. σε χιλιάδες ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων τηλεπικοινωνιών, το 53% εκτιμά ότι το κόστος των κυβερνοεπιθέσεων που δέχθηκε η εταιρεία τους το 2023 ξεπερνάει τα 3 εκατ. ευρώ, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2022 ήταν 40%.
Οι πάροχοι τηλεπικοινωνιών είναι πιο ευάλωτοι στις κυβερνοεπιθέσεις συγκριτικά με άλλες επιχειρήσεις, με το 52% των στελεχών να δηλώνουν ότι υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες στην αντιμετώπιση των κινδύνων, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο του μέσου όρου όλων των κλάδων (38%).
Η πλειονότητα των στελεχών θεωρεί ότι την επόμενη πενταετία το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (Ιnternet of Things – IoT), η ακόμα μαζικότερη τεχνολογιών υπολογιστικού νέφους (Cloud) και Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ) θα θέσουν νέες προκλήσεις στην ασφάλεια των τηλεπικοινωνιών. Μολονότι οι 4 στους 5 θεωρούν ότι η ΑΙ είναι παράγοντας θετικής αλλαγής, σχεδόν άλλοι τόσοι πιστεύουν ότι ενέχει σοβαρούς κινδύνους.
Το 74% των στελεχών θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις τους πρέπει να αναλάβουν περισσότερες δράσεις για να αντιμετωπίσουν την κακόβουλη χρήση τεχνολογιών ΑΙ και το 64% πιστεύουν ότι δεν κάνουν ό,τι είναι απαραίτητο για να διαχειριστούν τις ακούσιες συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης.
Από την πλευρά των καταναλωτών, με βάση έρευνα του 2023, το 63% ανησυχεί για τις αυξήσεις των τιμολογίων στις συνδέσεις ίντερνετ, το 60% για τις αυξήσεις στις συνδρομητικές πλατφόρμες, ενώ το 50% θεωρούν ότι «πληρώνουν υπερβολικά πολλά χρήματα για περιεχόμενο που δεν παρακολουθούν». Τα ποσοστά αυτά είναι αισθητά αυξημένα σε σύγκριση με το 2022, όταν ήταν 60%, 55% και 45% αντίστοιχα.
Στην ίδια έρευνα αποδεικνύεται ότι ο ένας στους τρεις καταναλωτές είτε έχει διακόψει τουλάχιστον μία συνδρομή σε πλατφόρμα περιεχομένου είτε σκοπεύει να τη διακόψει στο άμεσο μέλλον. Οι 6 στους 10 απαντάνε ότι αναζητούν καλύτερες προσφορές εξαιτίας της αύξησης του κόστους ζωής, ωστόσο μόνο το 16% μειώνουν τις δαπάνες για σταθερή και κινητή συνδεσιμότητα.
Το βασικότερο όμως είναι ότι τα νοικοκυριά ζητούν πιο ξεκάθαρες και προβλέψιμες τιμές στους λογαριασμούς και «δηλώνουν μπουχτισμένοι με τους αδιαφανείς όρους τιμολόγησης, που είναι δύσκολο να αποκωδικοποιήσουν», όπως σημειώνει η έρευνα. Μόλις το 30% θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών ανταποκρίνονται επαρκώς στις ανάγκες των καταναλωτών, που πλήττονται από το αυξημένο κόστος ζωής και το 75% ζητάνε χαμηλότερα και σταθερά τιμολόγια.
Οσο για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Ελληνες καταναλωτές με τους παρόχους τηλεπικοινωνιών, οι σχετικές έρευνες της ΕΚΠΟΙΖΩ είναι αποκαλυπτικές. Μεταξύ άλλων οι διαμαρτυρίες των συνδρομητών αφορούν: υψηλές χρεώσεις (σε κινητή/σταθερή/διαδίκτυο), επιπλέον τέλος κινητής τηλεφωνίας και αυξημένο πάγιο, έλλειψη ανταγωνισμού και ολιγοπωλιακές καταστάσεις, αδιαφάνεια στις τιμές διαφόρων πακέτων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση στους καταναλωτές, αθέμιτους και καταχρηστικούς όρους στις συμβάσεις κινητής τηλεφωνίας αλλά και δυσνόητους τεχνικούς όρους που δεν είναι καθόλου καθόλου φιλικοί στους καταναλωτές (ψιλά γράμματα).
