Κίνδυνο μεγάλης αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων διατρέχουν οι τράπεζες σε Ισπανία, Πορτογαλία, Κύπρο και Ελλάδα, σύμφωνα με ανάλυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Οι επιπτώσεις του υψηλού πληθωρισμού και των αυξανόμενων επιτοκίων πλήττουν τα εισοδήματα και κυρίως αυτά των πιο ευάλωτων, με χαμηλό εισόδημα, υψηλό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αλλά και περιορισμένες αποταμιεύσεις. Αυτά τα νοικοκυριά έχουν σχετικά μεγάλο μερίδιο δανείων του τραπεζικού συστήματος.
«Ο εκτιμώμενος αντίκτυπος στην ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών από το τέλος του 2022 είναι σημαντικός, αν και μακριά από ιστορικά χαμηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων, με μια εκτίμηση του δείκτη NPL να αυξάνεται κατά 80 μονάδες βάσης», αναφέρει το άρθρο της ΕΚΤ. Και σε αυτή την περίπτωση, όπως καταδεικνύει η ανάλυση της ΕΚΤ, τα χαμηλότερα εισοδήματα πλήττονται δυσανάλογα περισσότερο – ειδικά στα φτωχότερα κράτη που πλήττονται δυσανάλογα από την αύξηση του κόστους τροφίμων και καυσίμων.
Έτσι, το πρόβλημα έγκειται σχεδόν εξ ολοκλήρου στα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, αφού μια αύξηση κατά 10% του βασικού κόστους διαβίωσης (στην Ελλάδα το έχουμε ξεπεράσει κατά πολύ) θα οδηγούσε σε μείωση κατά 20% της καταναλωτικής δύναμης, σε σύγκριση με μόλις 5% των απωλειών των νοικοκυριών μεσαίου εισοδήματος. Έτσι, περιορίζονται -αν δεν εξανεμίζονται- οι δυνατότητές τους να δημιουργήσουν «μαξιλάρια» ασφαλείας και να αντέξουν τα σοκ.
Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, η μέση δόση των δανείων των νοικοκυριών που ανήκουν στο χαμηλότερο 20% των εισοδημάτων αντιστοιχεί σε ποσοστό πάνω από το 50% του εισοδήματός τους και τα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία τους είναι περίπου μηδενικά, με συνέπεια η πιθανότητα να γίνουν «κόκκινοι» να είναι υψηλή λόγω κυρίως του πληθωρισμού και δευτερευόντως της αύξησης των επιτοκίων. Πάντως, σύμφωνα με τις διοικήσεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, μέχρι στιγμής τα δανειακά χαρτοφυλάκια δείχνουν «ανθεκτικότητα» και δεν υπάρχουν ενδείξεις για αρρυθμίες στις πληρωμές.
